Eurostat: Αύξηση βιομηχανικών τιμών 0,3% στην ΕΕ το Σεπτέμβρη – 1,3% μείωση στην Κύπρο

Τον Σεπτέμβριο του 2020, οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία αυξήθηκαν κατά 0,3% τόσο στη ζώνη του ευρώ όσο και στην ΕΕ, σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2020, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Eurostat, της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Κύπρο παρατηρήθηκε μείωση της τάξης του 1,3%.

Η Eurostat εκτιμά ότι τον Αύγουστο του 2020, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 0,1% στη ζώνη του ευρώ και κατά 0,2% στην ΕΕ. Τον Σεπτέμβριο του 2020, σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2019, όμως μειώθηκαν κατά 2,4% στη ζώνη του ευρώ και κατά 2,2% στην ΕΕ.

Την ίδια ώρα οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία στη ζώνη του ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2020, σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2020, αυξήθηκαν κατά 0,8% στον τομέα της ενέργειας και κατά 0,1% για τα ενδιάμεσα προϊόντα, ενώ οι τιμές παρέμειναν σταθερές για τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τα ανθεκτικά καταναλωτικά αγαθά και τα μη διαρκή αγαθά. Οι τιμές στο σύνολο της βιομηχανίας εκτός της ενέργειας παρέμειναν σταθερές.

Στην ΕΕ οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία αυξήθηκαν κατά 0,7% στον ενεργειακό τομέα και κατά 0,1% για τα ενδιάμεσα αγαθά, ενώ παρέμειναν σταθερές για τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τα ανθεκτικά καταναλωτικά αγαθά και τα μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά. Οι τιμές στο σύνολο της βιομηχανίας εκτός της ενέργειας παρέμειναν σταθερές.

Οι υψηλότερες αυξήσεις σημειώθηκαν στην Ιρλανδία (+ 4,3%), στην Ουγγαρία (+ 1,2%) και στις Κάτω Χώρες (+ 0,9%), ενώ οι μεγαλύτερες μειώσεις παρατηρήθηκαν στην Κύπρο (-1,3%), στην Εσθονία και τη Φινλανδία ( και -0,8%), Ελλάδα και Λιθουανία (και οι δύο -0,3%).

Σε ό,τι αφορά το Σεπτέμβριο του 2020, σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2019, οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία μειώθηκαν κατά 8,4% στον τομέα της ενέργειας και κατά 1,6% για τα ενδιάμεσα προϊόντα, ενώ οι τιμές αυξήθηκαν κατά 0,2% για τα μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά, κατά 0,8% για τα κεφαλαιουχικά αγαθά και κατά 1,3% για ανθεκτικά καταναλωτικά αγαθά. Οι τιμές στο σύνολο της βιομηχανίας εκτός της ενέργειας μειώθηκαν κατά 0,3%.

Στην ΕΕ, οι τιμές μειώθηκαν κατά 8,1% στον ενεργειακό τομέα και κατά 1,5% για τα ενδιάμεσα αγαθά, ενώ οι τιμές αυξήθηκαν κατά 0,4% για τα μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά, κατά 0,9% για τα κεφαλαιουχικά αγαθά και κατά 1,4% για τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά . Οι τιμές στο σύνολο της βιομηχανίας εκτός της ενέργειας μειώθηκαν κατά 0,2%.

Οι μεγαλύτερες μειώσεις παρατηρήθηκαν στην Κύπρο (-7,7%), στη Λιθουανία (-7,3%) και στην Ελλάδα (-5,6%), ενώ οι μόνες αυξήσεις σημειώθηκαν στη Μάλτα (+ 1,7%), στην Ουγγαρία (+ 0,9% ), Σλοβενία ​​και Σλοβακία (και τα δύο + 0,3%).

Επιπλέον, σύμφωνα με την Eurostat, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, το τρίμηνο όπου τα μέτρα περιορισμού του COVID-19 είχαν ήδη εφαρμοστεί σε όλα τα κράτη μέλη, ο αριθμός των εγγραφών για νέες επιχειρήσεις σημείωσε σημαντική μείωση. Η Eurostat δηλώνει ότι “γενικά, ο αριθμός των εγγραφών νέων επιχειρήσεων έχει αυξηθεί στην ΕΕ από το 2015 έως το τέλος του 2019 και η τάση έσπασε μόνο το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 2020”.

Κατά το ίδιο δεύτερο τρίμηνο του 2020, σημειώθηκε ακόμη μεγαλύτερη πτώση στον αριθμό των δηλώσεων πτώχευσης. Από το 2015, υπήρξε μια σαφής πτωτική τάση με απότομη μείωση το πρώτο και το δεύτερο τρίμηνο του 2020.

Η Eurostat σημειώνει ότι η μείωση των καταχωρίσεων και των πτωχεύσεων μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι οι αντίστοιχες διοικήσεις που ήταν υπεύθυνες για την καταγραφή των εγγραφών και των πτωχεύσεων δεν ήταν προσωρινά προσβάσιμες ή κλειστές και ως εκ τούτου αυτά τα συμβάντα δεν μπορούσαν να αναφερθούν αμέσως, αλλά με καθυστέρηση. Οι κυβερνήσεις μπορεί επίσης να έχουν επιτρέψει επιπλέον χρόνο για την ολοκλήρωση των διοικητικών διαδικασιών.

“Για τις πτωχεύσεις, κυβερνητικά μέτρα που υποστηρίζουν τις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης ενδέχεται να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις που διαφορετικά θα είχαν υποβάλει αίτηση πτώχευσης να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους”, διευκρινίζει η Eurostat.

Τέλος, μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμες εκτιμήσεις για το 2019, οι δαπάνες παροχών κοινωνικής προστασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν υψηλότερες στη Γαλλία (31% του ΑΕΠ), στη Δανία (30%) και στη Γερμανία (29%), ενώ ήταν χαμηλότερες Μάλτα και Λετονία (και οι δύο 15%) καθώς και στη Λιθουανία, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία (από 16%)

Τα επιδόματα γήρατος και επιζώντων αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος των παροχών κοινωνικής προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη, για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, εκτός από τη Γερμανία, όπου το υψηλότερο ποσοστό ασθενείας / υγειονομικής περίθαλψης και αναπηρίας. Το μερίδιο των παροχών γήρατος και επιζώντων στο σύνολο κυμαινόταν από 38% στη Γερμανία και 41% στη Δανία έως 58% στην Ιταλία και 54% στην Κύπρο.

Διαβάστε επίσης:
Σχεδόν διπλάσιος σε ετήσια βάση ο αριθμός των ανέργων τον Οκτώβριο λόγω κορωνοϊού

Το ποσοστό των παροχών ασθενείας, υγειονομικής περίθαλψης και αναπηρίας στο σύνολο ήταν υψηλότερο στη Γερμανία (44%), την Τσεχία και τη Μάλτα (και οι δύο 40%), ενώ ήταν χαμηλότερο στην Κύπρο (26%) και στην Ιταλία (28%).

Το μερίδιο των οικογενειακών παροχών στο σύνολο κυμαινόταν από 4% στην Ιταλία, 6% στη Μάλτα και 7% στο Βέλγιο, τη Γαλλία και την Κύπρο έως 12% στη Γερμανία και την Ουγγαρία. Τα επιδόματα ανεργίας κυμαίνονταν μεταξύ 2% στη Μάλτα και την Ουγγαρία έως 6% στο Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ιταλία. Οι παροχές στέγασης και κοινωνικού αποκλεισμού κυμαίνονταν από 1% στη Λετονία και τη Βουλγαρία έως 9% στην Κύπρο και 7% στη Δανία.

Πηγή: ΚΥΠΕ