Ο Capital Intelligence επιβεβαίωσε την αξιολόγηση της Ελληνικής Τράπεζας

O οίκος αξιολόγησης Capital Intelligence επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση ξένου συναλλάγματος της Ελληνικής Τράπεζας (FCR) και τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση ξένου συναλλάγματος στο BB- και Β αντίστοιχα, διατηρώντας τη σταθερή προοπτική.

Σε ανακοίνωσή του, ο οίκος σημειώνει ότι η σταθερή προοπτική καταδεικνύει ότι είναι απίθανο οι αξιολογήσεις να διαφοροποιηθούν τους επόμενους 12 μήνες και προσθέτει πως ενώ τα χρηματοοικονομικά μεγέθη της τράπεζας έχουν σημαντικά βελτιωθεί μετά την απόκτηση της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας και συνεχίζουν να βελτιώνονται, εντούτοις το μεγάλο απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η αβεβαιότητα που σχετίζεται με τις επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού τόσο στην ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού όσο και στην κερδοφορία συνεχίζουν να περιορίζουν τις αξιολογήσεις.

Σύμφωνα με τον οίκο, που εδρεύει στη Λεμεσό, η σημαντικότερη πιστωτική ισχύς της Ελληνικής είναι η χρηματοδότησή της και η ρευστότητα. Η τράπεζα απολαμβάνει μια καλά διαφοροποιημένη και σταθερή βάση λιανικών πελατών και έχει μικρή εξάρτηση σε μηχανισμούς ρευστότητας. «Τα μεγέθη ρευστότητας συνεχίζουν να είναι ισχυρά», αναφέρει.

Επισημαίνει ωστόσο ότι λιγότερο ισχυρή είναι η πιστωτική ισχύς, αν και παραμένει ως δείκτης πιστωτικής ευρωστίας για την τράπεζα.

«Οι ονομαστικοί δείκτες και η ποιότητα κεφαλαίου είναι καλή, ωστόσο ο δείκτης ανεξασφάλιστων  μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ) ως προς το κεφάλαιο παραμένει υψηλή, αν και σε καθοδική πορεία», αναφέρει ο οίκος, προσθέτοντας ταυτόχρονα ότι μέρος των μικτών ΜΕΧ στηρίζεται κατά 90% από κυβερνητικές εγγυήσεις, κάτι που εξηγεί γιατί η τράπεζα μπορεί να διατηρεί χαμηλότερο απόθεμα πιστωτικών ζημιών.

Παράλληλα, ο Capital Intelligence σημειώνει πως το γεγονός ότι ομόλογα και δάνεια περίπου κατέχουν το ίδιο μερίδιο των συνολικών περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας ο αντίκτυπος των ΜΕΧ στην ευρύτερη ποιότητα του κεφαλαίου μειώνεται, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη η ημι-κυβερνητική εγγύηση μέρους του χαρτοφυλακίου των ΜΕΧ (εννοεί ότι η εγγύηση παρέχεται από την κρατική ΚΕΔΙΠΕΣ).

Σύμφωνα με τον οίκο, η άλλη πιστωτική πρόκληση για την τράπεζα είναι η αδύναμη κερδοφορία, που «σε καθαρούς όρους αντανακλά το υψηλό κόστος της πίστωσης κα την απορρόφηση μεγάλης αναλογίας της λειτουργικής κερδοφορίας από τις προβλέψεις».

«Οι κύριοι μετωπικοί άνεμοι προέρχονται από την αδύναμη ικανότητα δημιουργίας εσόδων σε συνδυασμό με τη μεγάλη βάση κόστους και το μεγάλο δείκτη κόστους προς έσοδα».

Τέλος ο οίκος αναφέρεται και στην υψηλή έκθεση στην αγορά ακινήτων λόγω του ότι περίπου το 50% των εξυπηρετούμενων δανείων ανήκουν σε νοικοκυριά εκ των οποίων το 75% σε στεγαστικά δάνεια.

(ΚΥΠΕ/ΓΣΑ/ΓΒΑ)