Νέες οδηγίες από Υπ.Υγείας για κρούσματα και επαφές στην Κύπρο

Νέες οδηγίες έδωσε το Υπ. Υγείας στην Κύπρο για την αποδέσμευση των θετικών κρουσμάτων αλλά και των επαφών τους.

Σύμφωνα με το Υπουργείο:

Το τέλος Μαΐου 2020 τέθηκαν σε εφαρμογή στην Κύπρο οι «Ενδιάμεσες οδηγίες αποδέσμευσης/άρσης απομόνωσης ασθενών με επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19» μετά την έγκριση της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής, οι οποίες βασίζονταν στην μέχρι τότε υπάρχουσα σχετική διεθνή βιβλιογραφία και Κυπριακά δεδομένα. Καθώς η πανδημία εξελίσσεται και η επιστημονική γνώση εμπλουτίζεται, κρίθηκε αναγκαίο όπως οι οδηγίες αυτές αναθεωρηθούν.

Βιβλιογραφικά δεδομένα τα οποία έχουν συσσωρευθεί τους προηγούμενους μήνες υποστηρίζουν τη χρήση στρατηγικής βασισμένης στην ύπαρξη ή όχι συμπτωμάτων, για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την άρση της απομόνωσης. Αυτό συνάδει και με την πλειονότητα των πρόσφατα επικαιροποιημένων συστάσεων από διεθνείς οργανισμούς.

Επιγραμματικά, τα πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν ότι, ιδιαίτερα σε άτομα με ήπια νόσο, η πιθανότητα να καλλιεργηθεί ο ιός από αναπνευστικά τους δείγματα μετά τις 10 ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων είναι σπάνια. Επιπρόσθετα, άτομα των οποίων τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει, μπορεί να παραμένουν θετικοί σε εξέταση αναπνευστικών δειγμάτων με PCR για πολλές εβδομάδες χωρίς όμως να είναι μεταδοτικοί.

Επαναλαμβάνεται ότι καθώς η επιδημία εξελίσσεται και η επιστημονική γνώση συνεχίζει να διαμορφώνεται, οι οδηγίες ενδέχεται να τροποποιηθούν

  • Για τους ασθενείς που δεν νοσηλεύονται, ΠΡΙΝ από την αποδέσμευση τους θα πρέπει να γίνεται επικοινωνία με τον θεράποντα/προσωπικό ιατρό έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται τα παραπάνω κριτήρια.
  • Το κριτήριο αποδέσμευσης με βάση τον εργαστηριακό έλεγχο (2 διαδοχικά αρνητικά αποτελέσματα SARS-CoV-2 PCR από δείγματα αναπνευστικού, ληφθέντα με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μετά τη 14η ημέρα) συστήνεται κατά περίπτωση μετά από συνεννόηση με τη Μονάδα Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Ελέγχου Λοιμωδών Νοσημάτων ή με τις Τοπικές Επιτροπές Λοιμώξεων των νοσηλευτηρίων (σε περίπτωση νοσηλευόμενου ασθενή) σε ειδικές κατηγορίες όπως π.χ. οι ανοσοκατασταλμένοι και οι βαρέως πάσχοντες από COVID-19 ασθενείς, ειδικά όταν μεταφέρονται από την ΜΕΘ σε άλλα τμήματα του νοσοκομείου για νοσηλεία ή σε κέντρα μακροχρόνιας φροντίδας.

Όσον αφορά τις στενές επαφές το Υπουργείο αναφέρει:

Η λοίμωξη COVID-19 μπορεί να μεταδοθεί από άτομο σε άτομο μέσω διαφόρων οδών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι κορωνοϊοί πιστεύεται ότι μεταδίδονται από άτομο σε άτομο μέσω αναπνευστικών σταγονιδίων που παράγονται κυρίως κατά το βήχα και την ομιλία. Θεωρείται δυνατή η μετάδοση μέσω επαφής αντικειμένων ή επιφανειών μολυσμένων με βιολογικά υλικά καθώς ο ιός SARS-CoV-2 έχει ανιχνευθεί και σε δείγματα αναπνευστικών εκκρίσεων και κοπράνων. Το ιικό RNA έχει επίσης ανιχνευθεί σε σπάνιες περιπτώσεις σε δείγματα αίματος, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις μετάδοσης μέσω επαφής με αίμα.

Ο χρόνος επώασης του COVID-19 ορίζεται ως 2-14 ημέρες. Η μέση περίοδος επώασης είναι 5 έως 6 ημέρες, με την πλειονότητα των συμπτωματικών περιπτώσεων να εμφανίζουν συμπτώματα μεταξύ δύο έως 12 ημερών μετά την έκθεση στον ιό SARS-CoV-2, ενώ μέχρι την 14 ημέρα θα έχουν εμφανίσει συμπτώματα το 95% των συμπτωματικών.

Πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν ότι οι ασθενείς με ήπια έως μέτρια συμπτώματα COVID-19 είναι απίθανο να είναι μολυσματικοί περισσότερο από 10 ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, ενώ μπορoύν να είναι ήδη μολυσματικοί πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων τους (προσυμπτωματική φάση μετάδοσης).

Η εκτίμηση της περιόδου μολυσματικότητας πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων περιορίζεται από την έλλειψη δειγμάτων από ασθενείς στην προσυμπτωματική φάση. Για τα συμπτωματικά άτομα, ο κίνδυνος μετάδοσης φαίνεται να είναι μεγαλύτερος την ημέρα της έναρξης των συμπτωμάτων, με την πλειονότητα των μεταδόσεων να συμβαίνουν από δύο ημέρες πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων έως τουλάχιστον δύο ημέρες μετά. Η ασυμπτωματική μετάδοση, δηλαδή η μετάδοση από μολυσματικό άτομο που δεν έχει συμπτώματα καθ ‘όλη τη διάρκεια της λοίμωξης, είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί καθώς οι περισσότερες μελέτες δεν έχουν σχεδιαστεί για την εκτίμηση της ασυμπτωματικής μετάδοσης. Σημειώνεται πως το ποσοστό των περιπτώσεων που έχουν ασυμπτωματική λοίμωξη υπολογίζεται περίπου 31% επί του συνόλου των περιστατικών σύμφωνα με μια πρόσφατη εκτίμηση από συστηματική ανασκόπηση.

Ορισμός των ατόμων που έχουν έρθει σε επαφή με ασθενή με COVID-19

Ως επαφή ενός κρούσματος COVID-19 ορίζεται κάθε άτομο που είχε έκθεση σε επιβεβαιωμένο κρούσμα COVID-19 εντός χρονικού πλαισίου που κυμαίνεται από δύο ημέρες πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων του κρούσματος έως 10 ημέρες μετά την έναρξη τους. Εάν το κρούσμα δεν είχε συμπτώματα, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί περαιτέρω αξιολόγηση όπως περιγράφεται στην παρακάτω ενότητα σχετικά με τις «Ασυμπτωματικές περιπτώσεις». Ο σχετικός κίνδυνος μόλυνσης εξαρτάται από το επίπεδο έκθεσης, το οποίο καθορίζει τον τύπο της αντιμετώπισης. Άλλοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κινδύνου έκθεσης περιγράφονται λεπτομερώς πιο κάτω: 2 «Στενή Επαφή» (έκθεση υψηλού κινδύνου)

«Στενή επαφή» με ένα επιβεβαιωμένο κρούσμα COVID-19 ορίζεται ως ένα άτομο που είχε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

• είχε επαφή πρόσωπο με πρόσωπο με κρούσμα COVID-19 εντός δύο μέτρων για περισσότερο από συνολικά 15 λεπτά σε διάστημα 24 ωρών (ακόμη και αθροιστικά)

• είχε άμεση φυσική επαφή με κρούσμα COVID-19 (πχ χειραψία, εναγκαλισμός)

• είχε άμεση επαφή με μολυσμένα αντικείμενα ή επιφάνειες από εκκρίσεις κρούσματος COVID-19 (π.χ.αναπνοή , σάλιο, πτύελα, κόπρανα).

• συγκατοικεί με επιβεβαιωμένο κρούσμα

• βρισκόταν στον ίδιο κλειστό χώρο (π.χ. οικία, τάξη, αίθουσα διδασκαλίας/συσκέψεων, αίθουσα αναμονής νοσοκομείου κ.λπ.) ή ταξίδευε με κρούσμα COVID-19 για περισσότερο από 15 λεπτά [σχετικά με τις επαφές σε περιπτώσεις που ταξιδεύουν σε αεροσκάφος ή κρουαζιερόπλοιο καθώς και για περιπτώσεις που αφορούν άλλους τρόπους μεταφοράς π.χ. λεωφορεία, τρένα, κ.λπ. διενεργείται βάσει πρωτοκόλλων εκτίμηση τοπικού κινδύνου για την ταξινόμηση των επαφών, λαμβάνοντας υπόψη το φυσικό περιβάλλον (π.χ. εξαερισμό, συνωστισμός) και τον τόπο όπου κάθεται το κρούσμα].

• εργαζόμενος/η στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ή άλλο άτομο που παρέχει άμεση φροντίδα σε κρούσμα COVID-19 ή σε έναν εργαστηριακό εργαζόμενο που χειρίζεται δείγματα από κρούσμα COVID-19, χωρίς το συνιστώμενο ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό (ΑΠΕ) ή με πιθανή παραβίαση του ΑΠΕ ή της υγιεινής των χεριών (για τους επαγγελματίες υγείας υπάρχει εξειδικευμένο πρωτόκολλο το οποίο ακολουθείται: «Διαχείριση προσωπικού υπηρεσιών υγείας, μετά από εκτίμηση κινδύνου έκθεσης σε επιβεβαιωμένο κρούσμα λοίμωξης COVID19 σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας»).

Εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας με έκθεση λόγω επαγγέλματος

Ακολουθείται εξειδικευμένο πρωτόκολλο: «Διαχείριση προσωπικού υπηρεσιών υγείας, μετά από εκτίμηση κινδύνου έκθεσης σε επιβεβαιωμένο κρούσμα λοίμωξης COVID19 σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας».

Καραντίνα στενών επαφών κρουσμάτων COVID-19

Ως καραντίνα ορίζεται η διαδικασία κοινωνικής απομόνωσης με ταυτόχρονο περιορισμό των μετακινήσεων πολιτών οι οποίοι πιθανά έχουν εκτεθεί στον νέο κορωνοϊό SARS-CoV-2, αλλά προς το παρόν παραμένουν υγιείς και δεν εμφανίζουν συμπτώματα της νόσου. Με βάση τη γνωστή περίοδο επώασης 2-14 ημερών, συνιστάται καραντίνα διάρκειας 14 ημερών για τα άτομα που ήρθαν σε επαφή με επιβεβαιωμένα κρούσματα COVID-19. Τα άτομα που τίθενται σε καραντίνα αποτελούν στενές επαφές επιβεβαιωμένου κρούσματος COVID19 και η επαφή τους με το κρούσμα επισυνέβη μέχρι και δύο 24ωρα πριν την έναρξη των συμπτωμάτων του ή τη διάγνωσή του με εργαστηριακό έλεγχο. 3 Η καραντίνα είναι υποχρεωτική και οι πολίτες οφείλουν να παραμείνουν σπίτι ή σε άλλο χώρο τον οποίο θα υποδείξουν ως χώρο καραντίνας, μόνοι τους, για διάστημα τουλάχιστον 14 ημερών από την τελευταία τους επαφή με το επιβεβαιωμένο κρούσμα. Η ολοκλήρωση του διαστήματος της καραντίνας είναι επιτακτική και δεν διακόπτεται για κανένα λόγο όπως για παράδειγμα σε περίπτωση προσκόμισης αρχικού αρνητικού τεστ για τον νέο κορωνοϊό. Ο λόγος είναι διότι ο χρόνος επώασης της νόσου είναι 2-14 ημέρες από την τελευταία επαφή με το κρούσμα μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα υπάρχει πιθανότητα οποιαδήποτε στιγμή το άτομο που έχει μολυνθεί να εμφανίσει συμπτώματα της νόσου και να μεταδώσει τον ιό σε άλλους ανθρώπους που θα βρίσκονται γύρω του.

Προϋποθέσεις για τερματισμό της καραντίνας νωρίτερα των 14 ημερών

Εκτός από τον εργαστηριακό έλεγχο για τον ιό SARS-CoV-2 που πραγματοποιείται κατά την αρχική εντόπιση των στενών επαφών, εργαστηριακός έλεγχος δύναται επίσης να γίνει στο τέλος της καραντίνας. Ένας αρνητικός έλεγχος RT-PCR την 10η ημέρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διακοπή της καραντίνας νωρίτερα από τις συνιστώμενες 14 ημέρες καθότι μελέτες υποστηρίζουν από επιδημιολογικής σκοπιάς την ίδια σχεδόν αποτελεσματικότητα και με τις 2 στρατηγικές.

Ωστόσο, η πρόωρη απελευθέρωση από την καραντίνα πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση για επαφές που εργάζονται με ευάλωτους πληθυσμούς ή επαφές σε περιβάλλον υψηλού κινδύνου, όπως εγκαταστάσεις μακροχρόνιας περίθαλψης, φυλακές, κέντρα κράτησης και κράτησης μεταναστών και προσφύγων. Όλα τα άτομα που αποτελούν στενές επαφές και απελευθερώνονται νωρίς από την καραντίνα θα πρέπει να τυγχάνουν λεπτομερούς ενημέρωσης ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά έως ότου περάσει το σύνολο των 14 ημερών από την έκθεση, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των συμπτωμάτων, του περιορισμού των κοινωνικών επαφών και της χρήσης μάσκας.