Πώς από νικητής 19 εκατομμυρίων κατέληξε στη… φυλακή

Ο Τζέιμς Άλεν Χέιες, κέρδισε 19 εκατομμύρια δολάρια στο λαχείο, αλλά κατέληξε στη φυλακή για ληστείες σε τράπεζες

Το 1998 η τύχη διάλεξε έναν Αμερικανό ονόματι Τζέιμς Άλεν Χέιες, ο οποίος κέρδισε 19 εκατομμύρια δολάρια στο λαχείο. Ωστόσο, ο νικητής ήταν ανέτοιμος για τέτοιο πλούτο. Άρχισε λοιπόν να ξοδεύει αλόγιστα τα κέρδη σε πολυτελή αυτοκίνητα, σε διακοπές και σε όμορφες γυναίκες.

Ύστερα από 18 χρόνια συνειδητοποίησε ότι τα λεφτά όπως φαίνεται δεν διαρκούν για πάντα. Τότε, λοιπόν, ήταν που αποφάσισε να ληστέψει δέκα τράπεζες, καταλήγοντας στη φυλακή.

Ας δούμε πώς από εκατομμυριούχος μετατράπηκε σε… εγκληματία.

Η δύσκολη παιδική ηλικία: Ο πατέρας που δεν γνώρισε και η μητέρα που τον έδερνε
Ο Τζέιμς Άλεν Χέιες γεννήθηκε στην αμερικανική πόλη Καμαρίλο της Καλιφόρνια. Ως παιδί λάτρευε το βιολί και μάλιστα έγινε το νεότερο μέλος της ορχήστρας της περιοχής. Ωστόσο, στο σπίτι, σχεδόν κανένας δεν ασχολούνταν μαζί του… Δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του, και όταν έγινε 13 ετών, στη κοινωνική υπηρεσία έμαθαν ότι η μητέρα του υπέφερε από κάποια ψυχική διαταραχή και τον έδερνε. Από τότε την ανατροφή του αγοριού ανέλαβε η γιαγιά του.

Έναν χρόνο αργότερα σταμάτησε να παίζει βιολί. «Τότε το ενδιαφέρον μου έπεσε στα κορίτσια» εξήγησε ο Χέιες. «Και ποιο κορίτσι θα μιλήσει με ένα αγόρι που κρατάει στα χέρια του ένα βιολί; Τα αυτοκίνητα έγιναν το νέο μου πάθος».

Στην ηλικία των 18 ετών ήταν πολύ δημοφιλής μεταξύ των κοριτσιών της περιοχής. Πήρε ένα μικρό Volkswagen Beetle και άρχισε να κάνει σερφ. «Ήταν χαριτωμένος, με ανακατεμένα μαλλιά και φακίδες στο πρόσωπο. Έμοιαζε με παιδί που ποτέ δεν θα χάσει την ευκαιρία να βγει έξω και να διασκεδάσει», έλεγε η Κέντις Ουόκερ με την οποία έβγαινε τότε. «Σχεδόν πάντα είχε καλή διάθεση και έλεγε πολλά αστεία».

Η τυχερή του μέρα, η συλλογή ακριβών αυτοκινήτων και ο νέος κύκλος του με διάσημα πρόσωπα

Στην ηλικία των 17 ετών, η Ουόκερ έμεινε έγκυος. Ο Χέιες δεν ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας και επέμενε ο νεογέννητος γιος τους να δοθεί σε ανάδοχη οικογένεια. Το ζευγάρι ήταν μαζί συνολικά 15 χρόνια, έως το 1997, μέχρι που ο Χέιες παντρεύτηκε μια νεότερη γυναίκα, τη Στέφανι. Η μεγαλύτερη αλλαγή στη ζωή του όμως έγινε στις 7 Ιανουαρίου του 1998. Εκείνη την ημέρα, ο 35χρονος Χέιες, όπως είχε κάνει αρκετές φορές και πριν, αγόρασε ένα λαχείο σε έναβενζινάδικο και κέρδισε το τζάκποτ των 19 εκατομμυρίων δολαρίων. «Ξέρω ότι τα χρήματα θα με αλλάξουν, αλλά αυτή η αλλαγή θα είναι μόνο προς το καλύτερο», δήλωσε ο 35χρονος Χέιες μια ημέρα αργότερα. «Δεν πρόκειται να σπαταλήσω χρήματα. Αντιθέτως, σκοπεύω να βοηθήσω την οικογένεια και τους φίλους μου», ανέφερε.

Μετά την καταβολή φόρων, του έμειναν περίπου 13,7 εκατομμύρια δολάρια. Αποφάσισε να λαμβάνει ένα ποσό επί 20 χρόνια, δηλαδή 684.000 δολάρια ετησίως. Παρά την υπόσχεσή του να μην σπαταλήσει τα χρήματα εξαρχής, ξέφυγε εντελώς.

«Συμμετείχα σε αγώνες με μια Lamborghini με τον οδηγό αγωνιστικών αυτοκινήτων Μάριο Αντρέτι!», θυμήθηκε. «Αγόρασα έξι διαφορετικά αυτοκίνητα αυτής της μάρκας. Είχα πολλά αυτοκίνητα: Bentley, Porsche, Chevrolet, Corvette… Έμενα σε σπίτια με θέα τον ωκεανό. Είχα σχέσεις με ηθοποιούς», περιέγραψε.

Σύμφωνα με μια πρώην φίλη του, ο Χέιες ξόδευε τα χρήματα σαν τρελός. Εάν δεν του έφταναν για την επόμενη αγορά, έπαιρνε δάνειο, με τη δικαιολογία ότι τον επόμενο χρόνο θα λάβαινε το ποσό που του αναλογούσε και το οποίο σίγουρα θα ήταν αρκετό για να πληρωθούν τα χρέη.

Κάποια στιγμή, αποφάσισε να κάνει μια συλλογή σπάνιων σπορ αυτοκινήτων. Στη συνέχεια τα νοίκιαζε στο Λας Βέγκας. Σύμφωνα με τον προσωπικό του φωτογράφο Ντέιβιντ Πάρκερ, με αυτόν τον τρόπο μπήκε στον κύκλο των διάσημων και πλούσιων ανθρώπων.

Το όνομα Στέφανι που τον σημάδευσε και η «μεγάλη» ζωή παρά τα λιγότερα λεφτά
Σύντομα ο Χέιες χώρισε με τη Στέφανι. Σύμφωνα με τον νόμο, η πρώην σύζυγος έπαιρνε το μισό ποσό από τις ετήσιες πληρωμές του. Ωστόσο, αυτό δεν τον απέτρεψε από την επιθυμία του να ξοδεύει χρήματα σε πολυτελή πράγματα και ταξίδια. Μετά το διαζύγιο, αγόρασε ένα ρολόι Rolex έναντι δέκα χιλιάδων δολαρίων, περσικά χαλιά και αρκετές μοτοσικλέτες Harley Davidson. Το 2002 ο Χέιες παντρεύτηκε ξανά. Η καινούρια του γυναίκα είχε το ίδιο όνομα, Στέφανι. «Συνήθιζε να κάνει μια πολυτελή ζωή», είπε η δεύτερη σύζυγός του. «Όταν γνωριστήκαμε, είχε 17 αυτοκίνητα. Άφηνε τα παιδιά μου να οδηγήσουν τη Ferrari του. Ξόδευε χρήματα με ευκολία και μου άρεσαν τα δώρα του».

Σύμφωνα με την ίδια, αγαπούσε τα τυχερά παιχνίδια και μπορούσε να ξοδέψει χιλιάδες δολάρια μέσα σε ένα βράδυ στα καζίνο του Λας Βέγκας. Μετά τον γάμο, η Στέφανι, υπάλληλος τράπεζας, πρότεινε στον σύζυγό της να παρακολουθήσει μαθήματα οικονομικής διαχείρισης. Ήλπιζε ότι αυτό θα τον βοηθούσε να είναι πιο προσεκτικός με τις σπατάλες. «Δεν είχε φυσιολογική παιδική ηλικία», εξήγησε η γυναίκα του. «Όταν κέρδισε το λαχείο, έγινε ξανά ένα παιδί που βρέθηκε σε ένα κατάστημα με γλυκά».

Άλλωστε, δεν μπορούσε να πει όχι σε παλιούς γνωστούς που εμφανίζονταν από το πουθενά και του ζητούσαν χρήματα. «Φαίνεται ότι σκεφτόταν πως είχε γίνει πλούσιος άδικα. Επομένως, προσπαθούσε να μοιραστεί την περιουσία του με άλλους. Ήταν πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος», είπε η Στέφανι. Ο ίδιος ο Χέιες συνειδητοποιούσε ότι τα χρήματα τον είχαν τρελάνει. «Η άλλη πλευρά του πλούτου είναι η τρέλα», τόνισε. «Άρχιζα να αναρωτιέμαι τι αγαπούν οι φίλοι μου σε μένα: τον εαυτό μου ή τον πλούτο μου, τα αυτοκίνητα και την οικονομική βοήθεια που τους πρόσφερα;».

Σύντομα ξεκίνησαν και τα προβλήματα υγείας. Οι γιατροί βρήκαν ότι είχε τρεις μεσοσπονδύλιες κήλες που είχαν αναπτυχθεί από κάποια παλιότερη εργασία. Το 2004 έκανε μια χειρουργική επέμβαση, η θεραπεία όμως δεν τον βοήθησε. Τότε ξεκίνησε να παίρνει συνταγογραφημένα παυσίπονα με όπιο, τα οποία τον ανακούφιζαν προσωρινά.

Έμεινε στον δρόμο μέσα σε 17 χρόνια βουτηγμένα στη σπατάλη
Μετά το διαζύγιο με την πρώτη του γυναίκα, το ποσό των ετήσιων πληρωμών από τα κέρδη του λαχείου μειώθηκε στα 300.000 δολάρια. Ωστόσο, αυτά τα χρήματα δεν ήταν πλέον αρκετά για να ζήσει ο Χέιες. Λόγω της κακής οικονομικής διαχείρισης και της άσωτης ζωής, βρέθηκε να έχει αρκετά χρέη. Το 2007 δήλωσε πτώχευση. Επειδή αρκετές φορές έπαιρνε επιπλέον χρήματα προκαταβολικά, έως το 2015 ο λογαριασμός του μηδενίστηκε.

Έτσι, ο Χέιες έμεινε άστεγος, χωρίς χρήματα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αγοράζει φάρμακα. Βρήκε δουλειά ως διευθυντής σε ένα μικρό ξενοδοχείο στην πόλη Βεντούρα, με τη δυνατότητα να μένει σε ένα από τα δωμάτια. Τον Ιανουάριο του 2017 ξέσπασε πυρκαγιά στο κτίριο, με αποτέλεσμα ο Χέιες να χάσει ό,τι του είχε απομείνει. Αργότερα, ένας από τους πελάτες του ξενοδοχείου κατηγορήθηκε για εμπρησμό, μιας και είχε διαγνωστεί με ψυχική διαταραχή.

Ο Χέιες έλεγε ότι εκκένωσε ολόκληρο το ξενοδοχείο. «Περίπου 60 άτομα, δύο σκυλιά, τρεις γάτες και ένα πολύ τρομαγμένο χρυσόψαρο», ανέφερε. Ο νέος ιδιοκτήτης, ο οποίος αγόρασε το ξενοδοχείο έναν μήνα πριν από τη φωτιά, ισχυριζόταν ότι ο Χέιες είχε πρόσβαση σε κάμερες ασφαλείας και μπορούσε να βοηθήσει στη διάσωση των πελατών. Ωστόσο, κατά την άποψή του, ο διευθυντής υπερέβαλε στον αριθμό των ατόμων που έσωσε.

Μετά την πυρκαγιά, όλοι οι ένοικοι του ξενοδοχείου, εκτός από τον Χέιες, μετακόμισαν σε άλλο ξενοδοχείο. Στα επίσημα έγγραφα του εργοδότη αναφερόταν ως εξωτερικός υπάλληλος. Ως αποτέλεσμα, έμεινε χωρίς επιδόματα ανεργίας, ασφάλεια υγείας, ακόμη και χωρίς τη δυνατότητα να μετακομίσει ως πελάτης του ξενοδοχείου. «Όλοι οι πελάτες είχαν λάβει το ποσό που αντιστοιχούσε στο κόστος διαμονής δύο μηνών στο ξενοδοχείο, μέχρι να βρουν ένα νέο σπίτι… Εγώ όμως έμεινα χωρίς τίποτα» τόνισε.

Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου ισχυρίστηκε ότι ο Χέιες δεν είχε ποτέ ασφάλεια υγείας σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Τόνισε επίσης ότι σχετικά με το θέμα της αποζημίωσης και της παροχής νέας κατοικίας «ο Χέιες αντιμετωπίστηκε πολύ καλύτερα από τους πελάτες του ξενοδοχείου», αρνήθηκε όμως να πει κάτι πιο συγκεκριμένο.

Ο εθισμός στα παυσίπονα που τον οδήγησε στην… «παραθύμα» και αυτό στην πρώτη του ληστεία
Ο Χέιες έψαχνε για νέα δουλειά. Είχε υποβάλει 38 αιτήσεις, πουθενά όμως δεν τα κατάφερε σε συνεντεύξεις επειδή δεν είχε ούτε καλό βιογραφικό ούτε αρκετή εργασιακή εμπειρία. «Τι κάνατε τα τελευταία χρόνια;», τον ρώτησαν σε συνεντεύξεις. «Τι έχετε κερδίσει;».

Κάποιοι φίλοι φιλοξένησαν τον Χέιες και τη σύζυγό του στο γκαράζ τους. «Ήμουν εντελώς απελπισμένος», παραδέχθηκε. Το πιο δύσκολο για τον Χέιες ήταν να μείνει χωρίς παυσίπονα. «Έτρεμε όλο το σώμα μου, έτριζαν τα δόντια μου», περιέγραψε την κατάστασή του. «Σκεπαζόμουν με πολλές κουβέρτες, ενώ ταυτόχρονα ζεσταινόμουν. Ίδρωνα συνέχεια. Κάθε κύτταρο του σώματός μου πονούσε ενώ το μυαλό μου φώναζε: “Βρες μερικά χάπια, θα νιώσεις καλύτερα”».

Βρισκόμενος σε απόγνωση, ο Χέιες δοκίμασε για πρώτη φορά ηρωίνη και με αυτόν τον τρόπο ξέχασε τον βασανιστικό πόνο στην πλάτη για δύο ημέρες. Παρά το γεγονός ότι η ναρκωτική ουσία ήταν φθηνότερη από το συνταγογραφούμενο παυσίπονο, για να μπορεί να την αγοράζει τακτικά χρειαζόταν αρκετά χρήματα. Τότε σκέφτηκε να ληστέψει μια τράπεζα. «Ποτέ δεν θα κλέψω κάτι από κάποιον που εργάζεται σκληρά. Ποτέ δεν θα κλέψω το πορτοφόλι από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Η ιδέα όμως να ληστέψω μια τράπεζα μου φάνηκε εντελώς αβλαβής. Δεν πρόκειται να κλέψω χρήματα από τον ταμία, αλλά από την τράπεζα. Και εγώ μισώ τις τράπεζες», είχε πει.

Βέβαια, ήξερε ότι θα μπορούσε να πάει στη φυλακή για 20 χρόνια. Δεν έβρισκε όμως κάποια άλλη διέξοδο: χρειαζόταν απελπισμένα χρήματα και τη δόση του.

Οι καλοστημένες ληστείες με τα σημειώματα και την «εξαφάνιση» μέσα σε τρία λεπτά
Διέπραξε την πρώτη του ληστεία στις 27 Απριλίου του 2017. Ο 55χρονος Χέιες πλησίασε την υπάλληλο στο ταμείο της τράπεζας και της έδωσε ένα σημείωμα ζητώντας να του δώσει τα χρήματα. Στο τέλος του σημειώματος έγραψε: «Με συγχωρείτε, δύσκολη οικογενειακή κατάσταση».

«Φοβόμουν πάρα πολύ μέχρι την ώρα που έφυγα από την τράπεζα με μια στοίβα χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων», είπε. «Η ταμίας έμοιαζε με βιβλιοθηκονόμο. Τρόμαξε πολύ και μου έδωσε εύκολα τα χρήματα». Σύντομα ο Χέιες έμαθε από ένα δελτίο Τύπου ότι στο σκίτσο που σχεδίαζαν στην αστυνομία ο φερόμενος ληστής δεν του έμοιαζε καθόλου. Οι Αρχές έψαχναν έναν Ισπανόφωνο που ζύγιζε περίπου 160 κιλά, ενώ η εμφάνιση του Χέιες ήταν εντελώς διαφορετική.

Δεν ήταν καθόλου παράξενο, αφού είχε σχεδιάσει προσεκτικά και με λεπτομέρεια τον τρόπο που θα «χτυπούσε». Μελέτησε τις δράσεις άλλων ληστών και βρήκε συμβουλές στο διαδίκτυο για το πώς να αποφύγει την τιμωρία και να μην πέσει στα χέρια των Αρχών. Για παράδειγμα, μπήκε στην τράπεζα περίπου στις πέντε η ώρα το απόγευμα, επειδή εκείνη την ώρα γινόταν αλλαγή βάρδιας των αστυνομικών. Για να φανεί πιο παχύς και να μπερδέψει την αστυνομία, έβαλε ένα μαξιλάρι μέσα από το πουκάμισό του. Και για να μην αφήσει δακτυλικά αποτυπώματα, έβαλε υγρό επίδεσμο στα δάχτυλά του.

Δεν είχε μαζί του κανένα όπλο επειδή σε περίπτωση σύλληψης αυτό θα αύξανε την ποινή φυλάκισής του. Ο πιο σημαντικός κανόνας για εκείνον ήταν να εγκαταλείψει τη σκηνή του εγκλήματος μετά από τρία λεπτά. «Κάθε φορά η επόμενη ληστεία γινόταν ευκολότερη. Τρελαινόμουν. Μετατράπηκε σε παιχνίδι», έλεγε ο Χέιες. Διέπραξε τη δεύτερη ληστεία στις 24 Μαΐου σε ένα υποκατάστημα της τράπεζας Union Bank της Καλιφόρνια.

Έδωσε στο ταμείο μια σημείωση: «Πέντε χιλιάδες δολάρια, καθόλου συναγερμός, μπογιά για τα καρτελάκια στα πακέτα των χαρτονομισμάτων, εντοπισμός αισθητήρων και οπτική επαφή». Το σχέδιό του λειτούργησε ξανά.

Ξόδευε 1.000 δολάρια σε ηρωίνη – Το κόλπο με τα μαλλιά που σκόρπισε σε ληστεία
Με τα κλεμμένα χρήματα αγόρασε ένα αυτοκίνητο Chrysler PT Cruiser και ξόδευε χίλια δολάρια την εβδομάδα για ηρωίνη. Τον Ιούνιο λήστεψε ακόμη δύο τράπεζες. Την πιο επιτυχημένη ληστεία του τη διέπραξε στις 25 Ιουλίου: κατάφερε να πάρει 7,2 χιλιάδες δολάρια από το υποκατάστημα μιας άλλης τράπεζας.

Κάθε έγκλημα είχε ένα συγκεκριμένο σενάριο: έδινε στον ταμία ένα σημείωμα και προειδοποιούσε ότι ήταν οπλισμένος. Όταν έπαιρνε τα χρήματα στα χέρια του, ζητούσε συγγνώμη από τον υπάλληλο της τράπεζας και έφευγε.

Την έρευνα για την αναζήτηση του ληστή των τραπεζών την πραγματοποιούσε το FBI με την υπεύθυνη Ίνγκερτν Σοτέλο. «Οι ληστείες γίνονταν όλο και πιο συχνά. Είχαμε την ελπίδα ότι ο δράστης δεν θα καταφύγει σε βία», δήλωσε η Σοτέλο. Σύμφωνα με αυτήν, αρχικά η έρευνα δεν είχε αποτελέσματα.

Ο Χέιες ήξερε ότι τον παρακολουθούσε το FBI. Για να απομακρύνει τις υποψίες από πάνω του, άφησε ξένο DNA σε μερικές από τις τράπεζες που λήστεψε. «Πάνω απ’ όλα είμαι περήφανος που σκέφτηκα να μαζέψω τα μαλλιά των πελατών από το πάτωμα του κουρείου του φίλου μου και να τα πετάξω στην τράπεζα», είπε. Για τον Χέιες ήταν ακόμη μία κίνηση στο παιχνίδι του. Πίστευε ότι οι αστυνομικοί υποπτεύονταν αθώους ανθρώπους για τις ληστείες.

Η Σοτέλο δήλωνε ότι δεν έβρισκαν ξένα δείγματα DNA στις τράπεζες συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων μαλλιών. Στις 8 Σεπτεμβρίου το FBI δημοσίευσε ένα δελτίο Τύπου και ζήτησε από το κοινό να βοηθήσει στον εντοπισμό του ληστή. Σύμφωνα με το σκίτσο τους, ο δράστης είχε γκρίζα μαλλιά και φορούσε casual ρούχα, καπέλο και γυαλιά ηλίου. Ο ύποπτος στις ληστείες των εννέα τραπεζών ήταν περίπου 50-60 ετών. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Χέιες έκρυβε τα εγκλήματά του από τη γυναίκα του. «Δεν μου έλεγε τίποτα για να μην καταλήξω στη φυλακή ως συνεργός» εξήγησε η Στέφανι. «Με προστάτευε».

Το λάθος που οδήγησε το FBI στην πόρτα του
Στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Χέιες έκανε ένα στρατηγικό λάθος… Προσπάθησε να ληστέψει την ίδια τράπεζα που είχε ληστέψει τον Ιούνιο. Ο προσεκτικός υπάλληλος τον αναγνώρισε και αρνήθηκε να του δώσει τα χρήματα. «Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα κάνει τον δεύτερο γύρο» δήλωσε η Σοτέλο. Το καλοκαίρι οι πράκτορες του FBI εγκατέστησαν κάμερες ασφαλείας στην οδό όπου βρισκόταν η τράπεζα που λήστεψαν τον Ιούνιο. Στο βίντεο οι ερευνητές είδαν τη μάρκα και τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του Χέιες.

Στις 2 Οκτωβρίου, όταν έβγαινε από το γκαράζ, άκουσε την εντολή: «Μην κουνηθείτε!». Πάνω από δέκα πράκτορες του FBI ήταν από πίσω του. Του έβαλαν χειροπέδες και τον έλεγξαν για όπλα. Η σύζυγος του ληστή επίσης συνελήφθη. «Με έριξαν κάτω και μου πέρασαν χειροπέδες», δήλωσε. «Τους έλεγα συνέχεια ότι είχαν κάνει κάποιο λάθος».

Το ζευγάρι μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου ανακρίθηκαν σε ξεχωριστές αίθουσες. Η Στέφανι δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο τους κρατούσαν. Οι πράκτορες όμως ήταν σίγουροι ότι επειδή εργαζόταν σε τράπεζα, βοηθούσε τον Χέιες με τις ληστείες. «Συνέχισα να επαναλαμβάνω ότι ο σύζυγός μου δεν ήταν ληστής», θυμήθηκε. «Ήμουν βέβαιη ότι είχε γίνει κάποιο μπέρδεμα». Ακόμα και όταν οι πράκτορες της έδειξαν το βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας όπου έδειχνε τον Χέιες να ληστεύει την τράπεζα, δεν μπορούσε να το πιστέψει.

Δήλωσε ότι στο βίντεο ήταν κάποιο άλλο άτομο και ότι ο σύζυγός της θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να εμπλακεί σε ληστεία. Στη συνέχεια, έδειξαν στη Στέφανι μια φωτογραφία του Χέιες με ένα καπέλο του μπέιζμπολ. «Ω Θεέ μου, είναι πραγματικά αυτός», παραδέχτηκε. Τελικά δεν την κατηγόρησαν για συμμετοχή στη σειρά εγκλημάτων που διέπραξε ο σύζυγός της.

«Χαίρομαι που μπήκα στη φυλακή»
Εν τω μεταξύ, ο Χέιες αμέσως ομολόγησε τα πάντα. Μεταφέρθηκε σε κέντρο προδικαστικής κράτησης καθώς ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Μετά από μιάμιση εβδομάδα, ανακρίθηκε ξανά. «Ναρκωμένος, ήταν εντελώς διαφορετικός. Αλλά νηφάλιος ήταν αγνώριστος» δήλωσε ο δικηγόρος του Χέιες, Στίβεν Ντέμικ.

Στο δικαστήριο στις 15 Μαρτίου ο Χέιες δήλωσε ένοχος για τέσσερις ληστείες. Ο Ντέμικ ζήτησε από τον δικαστή να πάρει ο πελάτης του μειωμένη ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στο παρελθόν ήταν καλός πολίτης. Ο δικηγόρος τόνισε ότι ο πελάτης του δεν χρησιμοποίησε βία και δεν είχε όπλα κατά τις ληστείες. «Ο Χέιες ήταν αξιοθρήνητος τοξικομανής, έμενε σε γκαράζ και πάλευε με μια από τις χειρότερες εξαρτήσεις επειδή ήταν ναρκομανής», επισήμανε.

Ο Ντέμικ θεωρούσε ότι τον Χέιες τον έσπρωξε στο εγκληματικό μονοπάτι το έπαθλο ύψους 19 εκατομμυρίων δολαρίων, για το οποίο δεν ήταν έτοιμος, όπως και αρκετοί νικητές. «Ένα μεγάλο ποσό έφυγε σε φόρους, αποτυχημένες επενδύσεις και τη διατροφή της πρώην συζύγου του», δήλωσε ο δικηγόρος. «Αφότου τελείωσαν τα χρήματά του, ο Χέιες έχασε το στήριγμά του και δεν ήξερε τι να κάνει στη συνέχεια».

Τον Χέιες τον υπερασπίστηκε και ο αδερφός του ο Μπεν. «Πάντα βοηθούσε αυτόν που είχε ανάγκη» έγραψε στην επιστολή του προς τον δικαστή. «Δεν μπορώ να βρω λόγια για να περιγράψω πόσο ασυνήθιστα είναι αυτά τα εγκλήματα για τον αδερφό μου». Στην τελευταία ακρόαση πριν από την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, ο Χέιες μετανόησε για τις πράξεις του.

Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δύο χρόνια και εννέα μήνες φυλάκιση, τρία χρόνια διοικητικής εποπτείας μετά την απελευθέρωσή του και αποζημίωση ύψους 39.200 δολαρίων. «Περιμέναμε μεγαλύτερη ποινή», τόνισε ο Ντέμικ. «Η φυλακή είναι ένα τρομακτικό μέρος. Χαίρομαι όμως που βρέθηκα εκεί. Η απόφαση του δικαστηρίου έσωσε τη ζωή μου», επισήμανε αργότερα ο Χέιες. «Θα μπορούσα να είχα πεθάνει από υπερβολική δόση εκατό φορές. Χάρη στη φυλακή, δεν έχω κάνει χρήση ηρωίνης εδώ και οκτώ μήνες».

«Σήμερα οι ληστείες μου φαίνονται σαν ένα τρομακτικό όνειρο. Τα έχω κάνει θάλασσα. Θα μπορούσα να σκοτώσω κάποιον; Όχι. Θεωρούσα ειλικρινά ότι τα εγκλήματά μου δεν θα βλάψουν κανέναν. Ήταν η επιρροή των ναρκωτικών» τόνισε ο Χέιες. «Από τότε έχω αναθεωρήσει πολλά πράγματα. Τι θα μπορούσε να συμβεί αν η υπάλληλος του ταμείου στην τράπεζα που έκλεψα ήταν η γυναίκα μου; Θα μπορούσα να την τραυματίσω σοβαρά», έχει πει.

Η σύζυγός του Στέφανι μετακόμισε στους συγγενείς της στη Γιούτα. Θεωρεί ότι τα κρατικά λαχεία πρέπει να προετοιμάζουν ψυχικά τους ανθρώπους για τις συνέπειες των μεγάλων κερδών. «Οι νικητές πρέπει να παρακολουθήσουν μαθήματα που να τους διδάσκουν πώς να χειρίζονται σωστά τα μεγάλα χρηματικά ποσά. Τα χρήματα δεν φέρνουν πάντα την ευτυχία. Αντίθετα μπορούν να καταστρέψουν τη ζωή ενός ανθρώπου» τόνισε.

Ο Χέιες αποφυλακίστηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 2020. Έχει σκοπό να επανορθώσει στους φίλους και την οικογένειά του. Σχεδιάζει επίσης να εκδώσει ένα βιβλίο στο οποίο θα περιγράψει την πορεία του από νικητής λαχείου έως ληστής τραπεζών. «Αν μπορούσα να αλλάξω λίγο, θα είχα μια κανονική ζωή».

Πηγή: sputniknews.gr