Στο Ανώτατο αιτήσεις των JCC, Ελληνικής και RCB για ακύρωση διατάγματος αποκάλυψης στοιχείων για το 2013

Άδεια για να την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση διατάγματος αποκάλυψης στοιχείων για την κλειστή περίοδο του 2013 έλαβαν από το Ανώτατο οι JCC Payments Systems Ltd, η Ελληνική Τράπεζα και η RCB Bank.

Στις 18 Δεκεμβρίου, στις 0900, ορίστηκε για εξέταση ενώπιον το Ανωτάτου η αίτηση της RCB, ενώ οι αιτήσεις της JCC και της Ελληνικής έχουν οριστεί για τις 8 Ιανουαρίου, στις 0845.

Οι τρεις είχαν καταθέσει, η κάθε μία ξεχωριστά, προσφυγές στο Ανώτατο για να τους δοθεί άδεια καταχώρησης της αίτησης ακύρωσης του διατάγματος αποκάλυψης το οποίο είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λευκωσίας στις 6 Νοεμβρίου. Σημειώνεται ότι έχει ήδη δοθεί άδεια καταχώρησης αίτησης για certiorari στην Εθνική, την Astrobank και τη Eurobank για το ίδιο διάταγμα αποκάλυψης.

Στην απόφασή της για την JCC Payments η Δικαστής Δ. Σταματίου αναφέρει ότι «πρόκειται για διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών εναντίον διαφόρων τραπεζικών ιδρυμάτων και των αιτητών, με το οποίο τους ζητείται να αποκαλύψουν και παραδώσουν στοιχεία και έγγραφα κατά την «κλειστή περίοδο» από 16.3.2013 – 27.3.2013, κατά την οποία τα εποπτευόμενα ιδρύματα παρέμειναν κλειστά ή απαγορεύτηκε διενέργεια συναλλαγών μετά από σχετικά διατάγματα/εγκυκλίους/οδηγίες του Υπουργείου Οικονομικών ή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου».

Σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι όπως τονίστηκε στην υπόθεση Edrinotio, «η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών, κατ΄ ακολουθία των άρθρων 45 και 46 του Νόμου, δεν αποτελεί μια μηχανιστική διαδικασία».

Το Δικαστήριο, αναφέρει, σύμφωνα με τον ίδιο το Νόμο, θα πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 46(2), προκειμένου να ασκήσει την εξουσία του για παροχή του διατάγματος.

Ως πρώτη δε προϋπόθεση, προσθέτει, «καταγράφεται η κατάδειξη ύπαρξης εύλογης υπόνοιας διάπραξης καθορισμένου αδικήματος από συγκεκριμένο πρόσωπο. Στην ίδια υπόθεση τέθηκε ότι η μη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων μπορεί να επιφέρει την ακύρωση διατάγματος αποκάλυψης που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 46 του Νόμου».

«Εν προκειμένω, τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν η ένορκη δήλωση Αζά. Με τα στοιχεία που έθεσαν οι αιτητές ενώπιόν μου, τόσο νομικά όσο και πραγματικά, θεωρώ ότι στοιχειοθετείται συζητήσιμη υπόθεση ως προς το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 46(2) του Νόμου για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, τόσο ως προς τα αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκαν, όσο και τη σχέση των αιτητών με αυτά και της θεμελίωσης ύπαρξης εύλογης υπόνοιας διάπραξής τους».

Τέτοια στοιχεία, σημειώνει, «θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση. Απαιτείται, επίσης, πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ως προς αυτό το ζήτημα, καθώς και για τα υπόλοιπα ζητήματα που ηγέρθησαν από τους αιτητές».

«Το άρθρο 72(2) του Νόμου, προνοεί ότι τα διατάγματα ή αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του Νόμου, με εξαίρεση το διάταγμα που εκδίδεται, δυνάμει των άρθρων 45 και 46, υπόκεινται σε έφεση. Συνεπώς, φαίνεται οι αιτητές να μην έχουν στη διάθεσή τους εναλλακτική θεραπεία», αναφέρει. Περαιτέρω, προσθέτει, «από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προκύπτει ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις προς απόδοση της αιτούμενης άδειας».

Για τους πιο πάνω λόγους, δίδεται άδεια ως η παράγραφος (α) της αίτησης. Η ισχύς του Διατάγματος αναστέλλεται μέχρι εκδίκασης της αίτησης δια κλήσεως ή μέχρι άλλης διαταγής. Η αίτηση δια κλήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών και να επιδοθεί. Δίδονται οδηγίες να οριστεί από το Πρωτοκολλητείο στις 8.1.2021 και ώρα 8.45π.μ..

Παρομοίως, η ίδια Δικαστής έδωσε την άδεια του Ανωτάτου για καταχώρηση αίτησης certiorari και στην Ελληνική Τράπεζα. Την ίδια οδό ακολούθησε και ο Δικαστής Χ. Μαλαχτός για την RCB. «Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί ότι η Αστυνομία διερευνούσε την ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, βασιζόταν μόνο σε παραβάσεις της σχετικής εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας, που όμως δεν δημιουργούν ποινικό αδίκημα», αναφέρει.

«Επομένως, κατά την εισήγηση της, η προϋπόθεση του άρθρου 46(2)(α) του Ν.188(Ι)/2007, για εύλογη υποψία με αναφορά στη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος ή την αποκόμιση οφέλους από τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος ή χρηματοοικονομική συναλλαγή η οποία δημιουργεί εύλογη υποψία ότι πρόσωπο ενέχεται σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, δεν είχε ικανοποιηθεί», προσθέτει, μεταξύ άλλων.

«Στη βάση των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την Αίτηση, διαπιστώνεται συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με όλους τους λόγους για τους οποίους ζητήθηκε η άδεια. Το άρθρο 72(2) του Ν.188(Ι)/2007 προνοεί ότι τέτοια διατάγματα αποκάλυψης δεν υπόκεινται σε έφεση, με αποτέλεσμα η προσφυγή στην προνομιακή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να συνιστά τη μόνη διέξοδο αναζήτησης θεραπείας από οποιοδήποτε επηρεάζεται από τέτοιο διάταγμα», σημειώνει ο Δικαστής Μαλαχτός.

«Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την χορήγηση άδειας για να καταχωρήσει αίτηση για Certiorari», αναφέρει. Σημειώνεται ότι με την έκδοση της άδειας για καταχώρηση αίτησης certiorari αναστέλλεται η ισχύς του διατάγματος αποκάλυψης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης.

Πηγή: ΚΥΠΕ