Παραβιάζουν Απόφαση της Ευρωβουλής οι όροι της οικονομικής συμφωνίας ΕΔΕΚ – Παπαδάκη

Οι όροι της συμφωνίας μεταξύ του Ευρωβουλευτή Δημήτρη Παπαδάκη και της ΕΔΕΚ για πληρωμή από τον ίδιο εξόδων από το μηνιαίο ποσό που θα του έδινε η Ευρωβουλή για την ίδρυση γραφείου και την καταβολή του 50% της χρηματικής αποζημίωσης που θα λάμβανε από την Ευρωβουλή στο κίνημα για εργοδότηση προσωπικού αντίκεινται και παραβιάζουν σχετική Απόφαση του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έχουν παράνομο σκοπό κάτι που επιφέρει την ακυρότητα της συμφωνίας, αποφάνθηκε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εξαιρώντας τον κ. Παπαδάκη από την υποχρέωση να εκτελέσει τους όρους αυτούς.

Σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης το οποίο δίνει στη δημοσιότητα ο κ. Παπαδάκης, στις 11.4.2019 υπέγραψε την Έγγραφη Συμφωνία και Αναγνώριση (Acknowledgment) «έγγραφο 2 με το οποίο ανέλαβε την ευθύνη να πληρώσει έξοδα από το μηνιαίο ποσό που θα του έδινε η Ευρωβουλή για την ίδρυση γραφείου Ευρωβουλής που θα ενεργούσε ως σύνδεσμος του Κινήματος με το γραφείο του Ευρωβουλευτή. (όρος 2).

Επίσης, αναφέρεται, «ανέλαβε την ευθύνη το 50% του ποσού χρηματικής αποζημίωσης που θα λάμβανε μηνιαίως από την Ευρωβουλή να δίνεται στο κίνημα για εργοδότηση προσωπικού. Ο αιτητής υπέγραψε την ανάληψη ευθύνης και σημείωσε επιφύλαξη για τα εν λόγω σημεία σε σχέση με τους κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου».

«Το έγγραφο 2 είναι ιδιωτική έγγραφη συμφωνία μεταξύ του αιτητή και του κινήματος που έγινε στην Κύπρο αλλά το περιεχόμενο του αφορά την διαχείριση χρημάτων από τον αιτητή ως Ευρωβουλευτή που θα λάμβανε από την Ευρωβουλή», προστίθεται.

Όπως σημειώνεται, «το ερώτημα που απαντάται ως συνέπεια της ερμηνείας του εγγράφου είναι κατά πόσο αυτά τα χρήματα θα μπορούσε να τα διαχειρίζεται ελεύθερα ο αιτητής ως Ευρωβουλευτής που ήταν ή αντίθετα κατά πόσο η διαχείριση αυτών των χρημάτων περιορίζεται από τους κανονισμούς της Ευρωβουλής».

«Εάν ισχύει το τελευταίο τότε είναι ορθή η θέση του κ Ανδρέου ότι για την ερμηνεία της συμφωνίας που περιλαμβάνει όρο για την διαχείριση χρημάτων που έχουν δοθεί στον αιτητή υπό την ιδιότητα του ως Ευρωβουλευτή από το Ευρωκοινοβούλιο το ζήτημα της συμβατότητας δεν μπορεί να αποφασισθεί με αναφορά το εσωτερικό δίκαιο της χώρας στην οποία έγινε η συμφωνία», αναφέρεται.

Το ζήτημα ερμηνείας, προστίθεται, «προκαταλαμβάνεται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ως το ουσιαστικό δίκαιο που ρυθμίζει το ζήτημα διαχείρισης χρημάτων που πληρώνεται σε Ευρωβουλευτές από το Ευρωκοινοβούλιο».

«Επομένως, ο αιτητής δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με τα χρήματα που θα λαμβάνει από το Ευρωκοινοβούλιο ως Ευρωβουλευτής», αποφαίνεται το Δικαστήριο.

Δεν απαγορεύεται, συνεχίζει η απόφαση, «να συνάψει συμφωνία για την διάθεση των χρημάτων και δεν είναι αυτό το πρόβλημα».

«Το πραγματικό δίλημμα που προκύπτει με την υπογραφή της συμφωνίας και που καλείται ουσιαστικά να απαντήσει το Δικαστήριο ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι κατά πόσο ο αιτητής είχε το δικαίωμα και ήταν ελεύθερος να αναλάβει τις δεσμεύσεις της συγκεκριμένης συμφωνίας μεταξύ τον ίδιο και το κίνημα», αναφέρεται.

Στην απόφασή της, η Δικαστής Ναταλί Ταλαρίδου-Κοντοπούλου βρίσκει ότι «δεν είναι δυνατόν ο Ευρωπαϊκός κανονισμός να ελέγχει τον τρόπο που ο Ευρωβουλευτής θα διαθέτει τα χρήματα που θα του πληρωθούν ως αποζημίωση από τον προϋπολογισμό της Ευρωβουλής και ταυτόχρονα να του επιτρέπεται ως Ευρωβουλευτής που είναι να συνάπτει συμφωνίες με τις οποίες θα αναλαμβάνει δεσμεύσεις που αντίκεινται στις πρόνοιες του κανονισμού».

Η εν λόγω συμφωνία, αποφαίνεται η Δικαστής στην απόφασή της, «έχει ως κύριο σκοπό την παράκαμψη των προνοιών του κανονισμού που στόχο έχουν η αποζημίωση που θα πληρώνεται στον Ευρωβουλευτή να κατανέμονται με τρόπο που θα εκτελέσει πιστά τους όρους εντολής του ως Ευρωβουλευτής. Παράλληλα, δεν του επιτρέπει να διατηρήσει την ελευθερία του από δεσμεύσεις σε τρίτους». Σε τέτοια περίπτωση, σημειώνει παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, «το Δικαστήριο δεν θα είναι αρωγός σε πρόσωπα που σκόπιμα επιδιώκουν να παρανομήσουν».

Δεν είναι, προσθέτει, «η περίπτωση που κατά λάθος έχει συνταχθεί μία πρόνοια σε συμφωνία που έχει το αποτέλεσμα μίας ασήμαντης παραβίασης του νόμου».

Σύμφωνα με την απόφαση, «ο ίδιος ο σκοπός των δύο όρων της συμφωνίας υποχρεώνουν τον αιτητή να χρηματοδοτεί ή να συνεισφέρει σε επιδιώξεις πολιτικού χαρακτήρα που είναι εκτός τους όρους της εντολής του Ευρωβουλευτή ως προβλέπεται με τον Ευρωπαϊκό κανονισμό και που ρητώς παραβιάζουν τον εσωτερικό κανονισμό για των όρων εφαρμογής του κανονισμού 62.1 που προνοεί για την χρήση της αποζημίωσης που πληρώνεται σε Ευρωβουλευτή».

Αναφέρεται επίσης ότι «στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να ποινικοποιείται η εν λόγω συμπεριφορά, με βάση τον κανονισμό και τους εσωτερικούς κανονισμούς εφαρμογής, αλλά προς επίρρωση της θέσης ότι όντως ο κανονισμός απαγορεύει τέτοιου είδους συμφωνίες για την αποζημίωση του Ευρωβουλευτή είναι το γεγονός ότι προβλέπεται στους εσωτερικούς κανονισμούς μηχανισμός δικαστικής διαδικασίας για την ανάκτηση του ποσού που έχει χορηγηθεί με τον απαγορευμένο τρόπο».

Το δεύτερο στοιχείο που τεκμηριώνει την θέση ότι τέτοια συμπεριφορά είναι παράνομη, συνεχίζει η απόφαση, «είναι ο τρόπος που έχει προσεγγίσει το θέμα σε παρόμοιες υποθέσεις το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο».

«Εκείνο που προκύπτει από τις υποθέσεις αυτού του είδους είναι ότι οι Ευρωβουλευτές μπαίνουν στο στόχαστρο της επιτροπής OLAF με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες που συνεπάγεται για ένα Ευρωβουλευτή όταν διερευνάται με τέτοιο τρόπο».

Παραπέμπει σε δύο ερωτήματα από την απάντηση των οποίων θα εξαρτηθεί και η τελική κατάληξη στην υπόθεση. Το ένα είναι κατά πόσο ο κανονισμός έχει τη πρόθεση να απαγορεύσει τη σύναψη οποιωνδήποτε συμβολαίων. Το δεύτερο είναι κατά πόσο το συγκεκριμένο συμβόλαιο ανήκει σε μια κατηγορία συμβολαίων που ο κανονισμός έχει ως πρόθεση να απαγορεύσει.

«Ως προς το πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι αρνητική διότι υπάρχουν συμβάσεις αποζημίωσης που μπορεί ο αιτητής να συνομολογήσει και που ανήκουν στους όρους εντολής του ως Ευρωβουλευτής», αναφέρει η Δικαστής στην απόφασή της.

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, προσθέτει, «η απάντηση είναι θετική διότι η συγκεκριμένη συμφωνία ανήκει στην κατηγορία διευθετήσεων στις οποίες απαγορεύεται σε Ευρωβουλευτή να καταφύγει προκειμένου να παραμείνει πιστός στους όρους εντολής του ως Ευρωβουλευτής».

Κατά συνέπεια, σημειώνει, «εκδίδεται διάταγμα δηλωτικού χαρακτήρα ότι η έγγραφη συμφωνία και συγκεκριμένα οι όροι 2 και 3 αυτής αντίκεινται και παραβιάζουν την Απόφαση του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 19ης Μαΐου και 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2009/C 159/01), όπως δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 13/07/2019 ως αυτή έχει τροποποιηθεί (Κανονισμός Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), και ο αιτητής ως Ευρωβουλευτής που είναι εξαιρείται της υποχρέωσης της εκτέλεσης των όρων αυτών επειδή ο σκοπός τέτοιας συμφωνίας είναι παράνομος και ως τέτοιος επιφέρει ακυρότητα της συμφωνίας».

Πηγή: ΚΥΠΕ