Τι γίνεται με τις χαλαρώσεις στα μέτρα-Η απάντηση του Τσιούτη

Είναι νωρίς «για να αξιολογήσουμε με ασφάλεια την εξέλιξη της πορείας της επιδημιολογικής κατάστασης», δηλώνει στο ΚΥΠΕ ο Επικεφαλής της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο και Παθολόγος με εξειδίκευση στον Έλεγχο Λοιμώξεων, Δρ Κωνσταντίνος Τσιούτης, σημειώνοντας ότι εδώ και 10 μέρες παρατηρείται σταδικαή μείωση ποσοστού θετικότητας, όμως από την άλλη, η κατάσταση στα νοσηλευτήρια, παραμένει σε κρίσιμα επίπεδα.

Ερωτηθείς για τη χθεσινοβραδινή διαδικτυακή συνάντηση της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής και αν κατέληξαν σε οποιεσδήποτε εισηγήσεις, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι ακόμα βρίσκονται στη διαδικασία αξιολόγησης της κατάστασης, που είναι και ο βασικός άξονας της Επιτροπής, όπως σημείωσε.

«Οι εισηγήσεις μας είναι ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση της προστασίας της υγείας των συμπολιτών μας. Άρα, με αυτό σαν βασικό γνώμονα συνεχίζουμε και αξιολογούμε την κατάσταση στην Κύπρο. Την αξιολογούμε σε δύο, τουλάχιστον, επίπεδα, που το ένα είναι η κατάσταση στην κοινότητα και η άλλη είναι η κατάσταση στα Νοσοκομεία. Και με βάση αυτά, σε συνδυασμό με τα μέτρα και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας τους, προσπαθούμε να δούμε προς τα πού θα κυμανθεί η κατάσταση της επόμενες μέρες», πρόσθεσε.

Όπως είπε ο Δρ. Τσιούτης, «τα δεδομένα, λοιπόν, που έχουμε είναι ότι στην κοινότητα όντως παρατηρείται εδώ και δέκα περίπου μέρες μια σταδιακή μείωση του ποσοστού θετικότητας, το οποίο εάν αντανακλά την πραγματικότητα, σημαίνει ότι τα μέτρα του Δεκέμβρη έχουν αρχίσει και επιδρούν και έχουν αποτέλεσμα και για αυτό βλέπουμε την κατάσταση στην κοινότητα να βελτιώνεται τις τελευταίες ημέρες».

«Όμως η κατάσταση στα νοσηλευτήρια από την άλλη, η οποία ήτανε και η βασική παράμετρος που έφερε τα τελευταία μέτρα της 10ης Ιανουαρίου παραμένει σε κρίσιμα επίπεδα, δηλαδή παραμένουν ψηλά οι αριθμοί των νοσηλευόμενων, παραμένει υψηλός ο αριθμός των εισαγωγών καθημερινά και όπως έχουμε δει η πληρότητα στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας είναι αρκετά ψηλά. Εφόσον η κατάσταση στην κοινότητα βελτιώνεται θα δούμε, μάλλον μέσα στην άλλη εβδομάδα, όχι άμεσα δηλαδή, μια βελτίωση στον αριθμό των νοσηλευομένων. Όμως δεν μπορούμε αυτό να το ξέρουμε ακόμα με βεβαιότητα και ούτε μπορούμε να ξέρουμε πόσο θα βελτιωθεί αυτό, πόσο θα μειωθούν οι νοσηλευόμενοι», συμπλήρωσε.

Ως εκ τούτου, συνέχισε ο Δρ. Τσιούτης, «και σαν Επιτροπή τονίζω ότι δεν έχουμε προβεί επίσημα σε εισηγήσεις».

«Κάποιες ανακοινώσεις και δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών δεν αντανακλούν εισηγήσεις της Επιτροπής. Έχουμε συζητήσει αρκετά, έχουμε κάποιες εισηγήσεις. Όμως αυτές ακόμα βρίσκονται σε φάση μεταξύ μας συζήτηση, ταυτόχρονα με την αξιολόγηση των δεδομένων που παίρνουμε και που βλέπουμε», σημείωσε.

Απαντώντας σε ερώτηση, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι τα δεδομένα είναι ότι την άλλη εβδομάδα λήγει η περίοδος των μέτρων αυτών και του τελευταίου διατάγματος και όντως θα συνεδριάσει το Υπουργικό Συμβούλιο , το οποίο θα πρέπει να αξιολογήσει τις δικές τους εισηγήσεις.

«Άρα, εμείς θα περιμένουμε να διανύσουμε και αυτή την εβδομάδα για να βλέπουμε από μέρα σε μέρα την εξέλιξη των πραγμάτων και να είμαστε πολύ πιο σίγουροι σε αυτά που θα προτείνουμε. Ακριβώς επειδή η περίοδος αυτή των μέτρων θα τελειώσει σε δέκα μέρες θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί αν αποφασιστεί χαλάρωση στα μέτρα και στις όποιες άρσεις χαλαρώσεων θα αποφασιστούν ειδικά το μήνα Φεβρουάριο». Οι λόγοι είναι πολλοί, είπε. Πρώτον, ότι ακόμα και υπό βελτίωση, η Κύπρος παραμένει σε ψηλά επίπεδα επιδημιολογικά . Το δεύτερο είναι ο ψηλός αριθμό νοσηλευόμενων και δεν περιμένουν τις επόμενες μέρες να υπάρχει κάποια δραματική βελτίωση στους αριθμούς αυτούς. Το τρίτον είναι ότι η όποια χαλάρωση μπορεί να επιφέρει νέα έξαρση, συμπλήρωσε.

«Το άλλο που πρέπει να έχουμε υπόψιν είναι οι εμβολιασμοί», σημείωσε, εκφράζοντας την ελπίδα να έρθουν περισσότερα εμβόλια τον Φλεβάρη, να εμβολιαστούν οι άνθρωποι ομάδες που έχουν προτεραιότητα και να αναπτύξουν ανοσία με τον εμβολιασμό.

Άρα, συνέχισε ο Δρ. Τσιούτης, και ο Φεβρουάριος θα είναι ένας πολύ σημαντικός και κρίσιμος μεταβατικός μήνας, «όπου ουσιαστικά θα βλέπουμε μια αργή χαλάρωση και προσεχτική, μια επιδημιολογική κατάσταση στην οποία θα πρέπει να παρακολουθούμε από κοντά και σε συνάρτηση με τα δεδομένα της ιχνηλάτησης, θα πρέπει να παρακολουθούμε βέβαια τους αριθμούς των νοσηλευόμενων, οι οποίοι αντανακλούν την πραγματική εικόνα που υπάρχει και παράλληλα, θα γίνονται και εμβολιασμοί με την ελπίδα ότι τους επόμενους μήνες θα χτιστεί μια ανοσία τουλάχιστον στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού».

­Σε παρατήρηση αν θα δούμε αρχές του Φλεβάρη χαλαρώσεις, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι δεν μπορεί να προκρίνει τίποτα ακόμα.

«Γιατί ούτε έχουμε φτάσει εμείς στις τελικές μας εισηγήσεις, ούτε έχουν αυτές αξιολογηθεί από τα αρμόδια Υπουργεία. Γιατί και τα Υπουργεία θα τα αξιολογήσουν αυτά βέβαια σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα, τα οποία δεν είναι η δική μας θέση να κρίνουμε. Εμείς ένα ρόλο έχουμε. Ο ρόλος μας είναι η προστασία της υγείας των συμπολιτών μας». Επομένως, είπε, θα πρέπει να περιμένουν τις τελικές μας εισηγήσεις, οι οποίες θα αξιολογηθούν, θα συζητηθούν από τους υπόλοιπους αρμόδιους και αναλόγως θα προχωρήσουμε από 1η Φεβρουαρίου.

Απαντώντας σε ερώτηση πότε αναμένεται να συνέλθει ξανά η Επιτροπή, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι έχουν συνεχώς επαφή μεταξύ τους είτε τηλεφωνικά είτε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και πολύ πιθανόν να αυνεδριάσουν εκ νέου μέσα στην εβδομάδα, ακριβώς για να δοθούν οι τελικές τους προτάσεις.

Σε παρατήρηση ότι παρόλο που παρατηρείται μείωση στον αριθμό των κρουσμάτων που εντοπίζονται στην κοινότητα, την ίδια ώρα υπάρχει και μείωση στον αριθμό των τεστ, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι η Κύπρος κάνει πάρα πολλά τεστ σε αναλογία πληθυσμού και πρόσθεσε ότι από την αρχή της πανδημίας αυτό έκανε, ενώ από τον Νοέμβριο γίνονται και τα τεστ ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου, τα οποία έχουν βοηθήσει πάρα πολύ μέχρι τώρα και στο να δείχνουν την εικόνα στο γενικό πληθυσμού, αναφέροντας για παράδειγμα τα γηροκομεία, όπου γίνονται εβδομαδιαία και εκεί φαίνεται να υπάρχει μια πτώση στα περιστατικά τις τελευταίες εβδομάδες. Τώρα, είπε, άρχισαν να στρέφονται και σε χώρους εργασίας.

Οπως ανέφερε, κάποιες εισηγήσεις τους θα αφορούν και την ορθολογική χρήση των τεστ από εδώ και πέρα. «Μπορεί να φαίνεται κάποια σχετική μείωση στον αριθμό των τεστ, τις τελευταίες μέρες, το οποίο πολύ πιθανόν να οφείλεται ακριβώς στον περιορισμό των μετακινήσεων, όμως συνεχίζεται και γίνεται μεγάλος αριθμός τεστ», δήλωσε και σημείωσε ότι εδώ και αρκετές μέρες βλέπουμε σταθερά μειωμένο ποσοστό θετικότητας σε αυτά τα τεστ.

«Όμως οι υπόλοιποι επιδημιολογικοί δείκτες της Κύπρου παραμένουν ψηλά, όπως είναι αθροιστική επίπτωση ανά πληθυσμό, όπως είναι ο αριθμός των νοσηλευόμενων, όπως είναι ο αριθμός των ατόμων σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Άρα, αυτή η πτώση του ποσοστού θετικότητας θα θέλουμε να συνεχίσουμε να μειώνεται καταρχάς, να συνεχίσει ώστε να βγει από τα κρίσιμα επίπεδα, γιατί ακόμα και 1% με 2% θεωρούμε ότι είναι αρκετά ψηλό ακόμα και να δούμε σιγά-σιγά και τους υπόλοιπους δείκτες να βελτιώνονται ως απόρροια αυτού του ποσοστού θετικότητας στη διάρκεια των ημερών, δηλαδή άλλο να είναι χαμηλό για δύο μέρες, άλλο να μείνει χαμηλότερο για δύο εβδομάδες. Εκεί, είναι που θα αρχίσουμε στην διάρκεια του χρόνου να αρχίσουμε να βλέπουμε και τους άλλους δείκτες να μειώνονται», σημείωσε ο Δρ Τσιούτης.

Σε ό,τι αφορά τη νόσηση και νεότερων προσώπων που χρειάζονται νοσηλεία, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι αυτό είναι φαινόμενο το οποίο οφείλεται στους μεγάλους αριθμούς περιστατικών που είχαμε τις προηγούμενες εβδομάδες και στον τρόπο με τον οποίο μεταδίδονται, «δηλαδή παρατηρήσαμε αρκετά ενδοοικογειακές μεταδόσεις και μεταδόσεις σε χώρους εργασίας, κυρίως πριν την 1η του μήνα και για αυτό συνεχίζουν και προκύπτουν αυτά τα περιστατικά».

Σημείωσε ότι αν και πιθανώς να υπάρχει μια μικρή δραστηριότητα γρίπης, ο ιός που επικρατεί αυτή την στιγμή είναι ο COVID και η ίωση του αναπνευστικού που επικρατεί συνεχίζει και είναι COVID.

«Άρα, όποιος κάνει συμπτώματα το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να περιοριστεί για να μην μεταδώσει και το δεύτερον, να επικοινωνήσει με γιατρό, ώστε να αξιολογηθεί σωστά η κατάσταση και η βαρύτητα του. Αυτό που παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες είναι ότι πολλά άτομα τα οποία εισάγονται στα νοσοκομεία, εισάγονται όταν πλέον έχουν προχωρημένη νόσο. Αυτό λοιπόν θα πρέπει να αλλάξει και να παραπέμπονται νωρίτερα, όταν αρχίσει και μέσα τις ιατρικής κλινικής αξιολόγησης να φαίνεται ότι δεν αναρρώνει και αρχίζει να επιδεινώνεται η κατάσταση του ασθενούς», πρόσθεσε.

Απαντώντας σε ερώτηση, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα για να δούμε το πλήρες αποτέλεσμα όλων των μέτρων και των μέτρων του Δεκέμβρη και των μέτρων που μπήκαν από 10 Ιανουαρίου και μετά. «Για αυτό είμαστε και σαν Επιτροπή και λίγο επιφυλακτική στην αξιολόγηση και στα συμπεράσματα», σημείωσε.

Ερωτηθείς αν τους ανησυχεί η επιστροφή των περισσοτέρων στους εργασιακούς τους χώρους, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι καταρχάς η όποια χαλάρωση έχει ρίσκο να φέρει αύξηση κρουσμάτων.

«Ένα αυτό γενικά μιλώντας. Δεύτερο, εμείς σαν ομάδα από το καλοκαίρι τονίζαμε την ανάγκη όχι μόνο της τήρησης των πρωτοκόλλων στους χώρους εργασίας αλλά και επιπλέον μέτρων όπως για παράδειγμα η εργασία από το σπίτι για να αραιώσει ο κόσμος στον χώρο εργασίας, να μειωθεί η πιθανότητα μετάδοσης και να μειωθεί η πιθανότητα μετάδοσης σε πολλά άτομα ταυτόχρονα. Άρα, συνεχίζουμε και υποστηρίζουμε την ανάγκη να παραμείνει η εργασία από το σπίτι, η τήρηση πρωτοκόλλων. Το άλλο είναι ότι τώρα που έχουμε στην φαρέτρα μας τα τεστ τα πολλά , αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αυτούς τους χώρους… Έχουμε τονίσει τα εβδομαδιαία τεστ και σε αυτούς τους χώρους», πρόσθεσε.

Εκπαίδευση

Όσον αφορά το χώρο της εκπαίδευσης, ο Δρ. Τσιούτης είπε ότι αυτό που παρατήρησαν από επιδημιολογικής άποψης είναι ότι τα παιδιά κολλάνε και τα παιδιά μεταδίδουν.

«Μπορεί να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ασυμπτωματικοί αλλά και με δεδομένα από την Κύπρο, βλέπουμε ότι ένα σημαντικό ποσοστό των κρουσμάτων ήταν παιδιά. Μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου ένα ποσοστό γύρω στο 18% ήταν παιδιά. Το ποσοστό αυτό μετά τις γιορτές έπεσε στο 14%. Άρα όλα αυτά θα πρέπει να αξιολογηθούν μαζί από όλους τους αρμόδιους φορείς για να αποφασιστεί τελικά αν θα επιστρέψει στο δια ζώσης εκπαίδευσης με ποιο τρόπο, ποιες βαθμίδες, κ.λπ», κατέληξε.