Την έκδοση καταζητούμενου στη Ρωσία αποφάσισε το Ανωτάτο, παραμερίζοντας πρωτόδικη απόφαση

Τον παραμερισμό πρωτόδικης απόφασης αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο, διατάσσοντας την έκδοση Ρώσου υπηκόου στη Ρωσική Ομοσπονδία για να δικαστεί για σοβαρά εγκλήματα που κατ΄ ισχυρισμόν διέπραξε στη χώρα του.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση στις 21.12.2018 ο Εφεσίβλητος επισκέφθηκε τον αερολιμένα Λάρνακας για να αναχωρήσει με συγκεκριμένη πτήση προς Ντουμπάι. Κατά το διαβατηριακό έλεγχο που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι αυτός ήταν καταζητούμενο από τις Αρχές της Ρωσίας πρόσωπο, αφού εναντίον του εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας. Την ίδια ημέρα εξεδόθη από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, προσωρινό ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο η Αστυνομία εξετέλεσε την ίδια ημέρα.

Το αίτημα για έκδοση υπεβλήθη νομότυπα από τη Γενική Εισαγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακολούθως, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας εξέδωσε στις 31.1.2019, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, εξουσιοδότηση για να αρχίσει η διαδικασία έκδοσης του Εφεσίβλητου.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, και στη βάση των εγγράφων, τα οποία διαβιβάστηκαν από τη Γενική Εισαγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, καταλογίζεται στον Εφεσίβλητο η διάπραξη του ποινικού αδικήματος «της κατάχρησης εξουσίας από πρόσωπο που εκτελεί διοικητικά ή διευθυντικά καθήκοντα σε επιχείρηση ή άλλο οργανισμό, κατά των νομίμων συμφερόντων της επιχείρησης ή του οργανισμού και για σκοπούς αποκόμισης προσωπικού οφέλους ή πλεονεκτήματος …, κατά παράβαση του άρθρου 201(2) του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα».

Στο σκεπτικό της απόφασής του Ανώτατο ο Πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, «απέρριψε τις θέσεις του Εφεσίβλητου ότι αυτός διώκεται για τις πολιτικές του πεποιθήσεις ή για αλλότρια κίνητρα. Απέρριψε επίσης τις θέσεις του πως σε περίπτωση έκδοσης του, θα κινδυνεύσει η σωματική του ακεραιότητα ή θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική συμπεριφορά».

Απέρριψε όμως το αίτημα έκδοσης για δύο βασικά λόγους, «γιατί από το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του δεν υπήρχε “Έκθεση των Πράξεων” για τις οποίες ζητείτο η έκδοση του Εφεσίβλητου, και γιατί από το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του προέκυπτε “εύλογη πιθανότητα και ουσιώδης λόγος ότι θα παραβιασθούν τα δικαιώματα του Καθ΄ ου η αίτηση για δίκαιη δίκη εφόσον ήδη είχαν παραβιασθεί”».

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Ανωτάτου, «τόσο ο ίδιος ο Εφεσίβλητος όσο και οι Αρχές της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, είχαν σαφή και επαρκή πληροφόρηση για τις πράξεις για τις οποίες εζητείτο η έκδοση του».

«Βρίσκουμε, υπό το φως όλων των πιο πάνω, ότι υπήρχε, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, σαφής περιγραφή των γεγονότων, που αν αυτά αποδειχθούν, θα συνιστούν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αντιστοιχούν στον “κατά νόμο χαρακτηρισμό των πράξεων”», αναφέρεται.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, σημειώνεται σε άλλο σημείο της απόφασης, θεώρησε ότι οι διαδικασίες που έλαβαν χώρα στη Ρωσία, στην απουσία του Εφεσίβλητου, και οι οποίες οδήγησαν, ανάμεσα σ΄ άλλα, και στην έκδοση του διατάγματος κράτησης του Εφεσίβλητου ως προληπτικού μέτρου (τεκμήρια 7Α και 7Β) ήταν τέτοιες, που ισοδυναμούσαν με παραβίαση των δικαιωμάτων του Εφεσίβλητου «εφόσον δεν ενημερώθηκε για τις διαδικασίες και τα αιτήματα των Ανακριτικών Αρχών ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων αλλά ούτε και του δόθηκε το δικαίωμα να εκπροσωπήσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να τον εκπροσωπήσει δικηγόρος της επιλογής του».

Κατ΄ επέκταση, προστίθεται, «βρήκε ότι τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα «να παραβιασθούν τα δικαιώματα του Καθ΄ ου η αίτηση με βάση το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον σε περίπτωση έκδοσης του θα παραβιασθεί το συνταγματικό του δικαίωμα της ελευθερίας, ως επακόλουθο της μη δίκαιης δίκης που έτυχε».

«Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση», σημειώνουν οι Δικαστές του Ανωτάτου.

«Το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν εντοπίστηκε στη διεύθυνση διαμονής του, που ο ίδιος έδωσε στις αρμόδιες Αρχές της χώρας του, το γεγονός ότι μετά που έδωσε κατάθεση ως μάρτυρας για τη συγκεκριμένη υπόθεση άλλαξε τα στοιχεία της ταυτότητας του, και το γεγονός ότι λίγους μήνες μετά την εν λόγω αλλαγή των στοιχείων του, εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν θα μπορούσαν να είχαν τις καταλυτικές συνέπειες που το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι είχαν, και μάλιστα να καταλογίζεται στις Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας συμπεριφορά που ισοδυναμεί με παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του Εφεσίβλητου», κρίνουν.

Το ίδιο ισχύει, αναφέρεται στην απόφαση, «και για την παράλειψη της δικηγόρου που του διόρισε, ως όφειλε, η Ρωσική Ομοσπονδία, να εφεσιβάλει την απόφαση που αφορούσε μόνο στην κράτηση του».

«Βρίσκουμε ότι εδώ ο Εφεσίβλητος δεν προσκόμισε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει σοβαρή πιθανότητα ότι στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει στη χώρα του, δεν θα έχει δικαίωμα επιλογής συνηγόρου και όλα τα άλλα δικαιώματα και εγγυήσεις που διασφαλίζουν το θεμελιώδες δικαίωμα του για διεξαγωγή δίκαιης δίκης», σημειώνεται.

«Υπό το φως των πιο πάνω, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται», καταλήγει η απόφαση του Ανωτάτου.

Πηγή: ΚΥΠΕ