Το Ανώτατο απέρριψε έφεση για έκδοση εκζητούμενου στην Ελλάδα

Το Ανώτατο απέρριψε πρόσφατα έφεση για έκδοση εκζητούμενου στην Ελλάδα, βρίσκοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι οι εγγυήσεις που δόθηκαν από τις ελληνικές αρχές για τη δυνατότητα που θα του προσφερόταν να δικαστεί εκ νέου δεν ήταν επαρκείς.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου στον εκζητούμενο επιβλήθηκε στις 14/11/2015 ποινή κάθειρξης πέντε ετών από το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας για το αδίκημα διακεκριμένων κλοπών που τελέστηκαν από δύο πρόσωπα που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή. «Η ποινή δόθηκε ερήμην του εν θέματι, καθόσον αυτός, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Νοεμβρίου 2015», αναφέρεται. Η έκδοση του στοχεύει στην παράδοση του εκζητούμενου στις ελληνικές αρχές, ώστε να εκτίσει την ποινή του.Ο εκζητούμενος συνελήφθηκε και παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 11/9/2020.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι «…. εξετάζοντας τις νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν στην προκειμένη περίπτωση από τις Ελληνικές Αρχές οι οποίες ζητούν την εκτέλεση του ΕΕΣ (Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης), κρίνω ότι οι νομικές εγγυήσεις που δόθηκαν δεν δίδουν ρητά τη δυνατότητα που προσφέρεται στον εκζητούμενο στην έννοια του εδαφίου 2(δ) του άρθρου 14 του Νόμου, να ακυρώσει την ερήμην του καταδίκη και να τύχει νέας εκδίκασης της υπόθεσης του».

Και αυτό, προσέθετε το Δικαστήριο, «γιατί οι εγγυήσεις που δόθηκαν από τις ελληνικές Αρχές ενεργοποιούν το δικαίωμα στον εκζητούμενο να ακυρώσει την ερήμην του καταδίκη και να τύχει νέας εκδίκασης της υπόθεσης του μόνον με την επίκληση ανωτέρας βίας και υπό την προϋπόθεση ότι το αρμόδιο Δικαστήριο δεχθεί ότι το εκπρόθεσμο της άσκησης του ένδικου μέσου οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Αυτό κατά την κρίση μου δεν συνάδει ούτε με το πνεύμα των εγγυήσεων που η παράγραφος 5(1) της Απόφασης Πλαίσιο απαιτεί».

Το Ανώτατο αποφάνθηκε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε και συμφωνούμε με τη θέση του ότι οι εγγυήσεις που δόθηκαν δεν ήταν επαρκείς».

«Θα θέλαμε εδώ να επισημάνουμε ότι οι δοθείσες εγγυήσεις δεν εξετάζονται στο πλαίσιο που το καταργηθέν άρθρο 5(1) της αποφάσεως-πλαισίου απαιτούσε αλλά υπό την έννοια της παροχής νομικών εγγυήσεων ή δικονομικών απαιτήσεων οι οποίες να διαφυλάττουν το δικαίωμα υπερασπίσεως ή άμυνας του εκζητουμένου προσώπου, όπως διακηρύσσεται στην απόφαση-πλαίσιο 2009/299 και όπως αναδύεται η φιλοσοφία της απόφασης-πλαισίου 2002/584 όπου στην αιτιολογική σκέψη 12 ρητά απαιτεί το σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές οι οποίες αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της Συνθήκης και εκφράζονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης», αναφέρουν οι Δικαστές του Ανωτάτου στην απόφασή τους.

Το πρωτόδικο δικαστήριο, προσθέτουν, «έχει αναφερθεί και σε μεταγενέστερες της τροποποίησης της απόφασης-πλαισίου αποφάσεις όπου και πάλιν θεωρήθηκε απαραίτητο να παρασχεθεί στον εκζητούμενο δικαίωμα επανεξέτασης της ουσίας των εναντίον του κατηγοριών, στις οποίες καταδικάστηκε ερήμην. Χωρίς βέβαια να ασχοληθεί με τα δικαιώματα του, δυνάμει του ουσιαστικού ελληνικού δικαίου, θέμα το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων».

Σημειώνουμε βέβαια, συνεχίζουν, «ότι με τους λόγους έφεσης δεν αμφισβητείται η αναζήτηση των εγγυήσεων από τη χώρα έκδοσης αλλά η λανθασμένη ερμηνεία του σχετικού νόμου». Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, «οι αποφάσεις στις οποίες η συνήγορος του εφεσείοντα/Κεντρικής Αρχής, παρέπεμψε το δικαστήριο υποστηρίζουν εκείνο που βέβαια δεν αμφισβητείται ήτοι την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης αφενός αυτών των υποθέσεων και αφετέρου της παροχής διευκολύνσεων για την έκδοση των εκζητουμένων ατόμων μεταξύ των κρατών μελών».

Δεν προωθούν όμως, σημειώνεται, «τη θέση ότι ανεξάρτητα ή όχι της ύπαρξης ή ανυπαρξίας των περιπτώσεων του άρθρου 4α, το Δικαστήριο κωλύεται να εξαρτήσει την άρνηση εκτέλεσης από την παροχή των νομικών εγγυήσεων και μόνον».

Προς αυτό παρατίθεται απόσπασμα από το σύγγραμμα «Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης» του Δ. Μουζάκη στο οποίο αναφέρεται ότι «…η υιοθέτηση, τέλος, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στην απόφαση-πλαίσιο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως δήθεν επιστροφή σε ένα διπολικό μοντέλο δικαστικής συνεργασίας, όπου ο καταζητούμενος είναι απλά αντικείμενο της εις βάρος του διαδικασίας χωρίς υποκειμενικά δικαιώματα, αφού, όπως προελέχθη, ευθύς εξαρχής οι προσπάθειες αναμόρφωσης του δικαίου της έκδοσης συνδέθηκαν και με το αίτημα ενίσχυσης της θέσης του καταζητούμενου προσώπου».

Πηγή: ΚΥΠΕ