Ο Ισραηλινός Πρόεδρος και η Κύπρος – Η εταιρεία στο Φασούρι

Η εκλογή του Isaac Herzog ως 11ου Προέδρου του Ισραήλ μάς θύμισε μια άγνωστη ιστορικά πτυχή των δεσμών της οικογένειας Herzog με την Κύπρο, η οποία χρονολογείται από τη δεκαετία του 1930. Ο Isaac Herzog είναι απόγονος δυο πολιτικά σημαντικών οικογενειών του Ισραήλ, οι οποίες διαδραμάτισαν τον δικό τους ρόλο στην πολυετή διαδικασία οικοδόμησης του κράτους του Ισραήλ από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο πατέρας του, Chaim Herzog, υπήρξε ο 6ος Πρόεδρος του Ισραήλ και πρέσβης στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ενώ ο παππούς του, Yitzhak Isaac HaLevi Herzog, ο πρώτος αρχιραβίνος του κράτους του Ισραήλ. Ιδιαίτερη όμως είναι η σχέση που έχει η οικογένεια με την Κύπρο από την πλευρά της μητέρας του Aura Ambache. Ο πατέρας της Simcha Ambache, επιτυχημένος επιχειρηματίας, ήταν ιδρυτής και πρόεδρος εταιρειών στην Κύπρο από το 1933, μεταξύ των οποίων και της πρωτοποριακής Κυπρο-Παλαιστινιακής Εταιρείας Φυτειών στο Φασούρι. 

Ο Simcha Ambache γεννήθηκε στην Οθωμανική Παλαιστίνη το 1892 και ήταν απόγονος οικογένειας πρωτοπόρων Εβραίων Σιωνιστών που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή με το πρώτο κύμα της αλιγιά, του μεταναστευτικού δηλαδή ρεύματος Εβραίων προς τη γη της Επαγγελίας, έπειτα από τα αντισημιτικά πογκρόμ που ξέσπασαν στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1880. O Ambache σπούδασε μηχανολογία στη Νάντη της Γαλλίας και ακολούθως εγκαταστάθηκε στην Ισμαηλία της Αιγύπτου όπου εργάστηκε ως διευθυντής της Electricity & Ice Supply Company, προμηθεύτριας εταιρείας της Compagnie Universelle du Canal Maritime de Suez, η οποία διαχειριζόταν τη διώρυγα του Σουέζ. Από το 1936 εγκαταστάθηκε στο Κάιρο προκειμένου να επεκτείνει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Αίγυπτο και στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ το 1947 επέστρεψε στην Παλαιστίνη και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Χερζλίγια.

Το 1933 μαζί με Εβραίους επενδυτές από την Παλαιστίνη προέβη στην αγορά μεγάλης έκτασης γης στο Φασούρι ιδρύοντας την πρώτη μετοχική εταιρεία εβραϊκών συμφερόντων στο νησί, την Κυπρο-Παλαιστινιακή Εταιρεία Φυτειών (Cyprus-Palestine Plantations Company Ltd, στο εξής CPP). Το Φασούρι, μια έκταση 3.034 κυπριακών στρεμμάτων, αγοράστηκε από τη CPP το 1933 έναντι £1.200 από την αγγλική εταιρεία Boyle Son & Company. Το σκηνικό των ελωδών, ερημωμένων και ανεκμετάλλευτων εκτάσεων της περιοχής θύμιζε έντονα στους Εβραίους επενδυτές τις περιοχές της Παλαιστίνης, τις οποίες μετέτρεψαν από άγονες εκτάσεις γης σε παραγωγικά kibbutzim. Το Φασούρι αναπτύχθηκε στα πρότυπα της ελώδους κοιλάδας Jezreel στη Γαλιλαία, η οποία με συστηματικό και επιστημονικό τρόπο αποξηράνθηκε, εκκαθαρίστηκε από τις εστίες μόλυνσης των κουνουπιών και καλλιεργήθηκε από Εβραίους επιχειρηματίες.

Η εταιρεία ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1933 από 13 επενδυτές με μετοχικό κεφάλαιο £50.000 και καταβεβλημένο κεφάλαιο £37.000. Πρόεδρος της εταιρείας και βασικός μέτοχος ήταν ο Simcha Ambache. Με την εκτεταμένη αγορά εκτάσεων γης κατά μήκος των ακτών δυτικά του λιμανιού της Λεμεσού και ανατολικά του λιμανιού της Λάρνακας, η εταιρεία στόχευε στην εντατική και επιστημονική παραγωγή και συσκευασία εσπεριδοειδών με σκοπό την εξαγωγή τους στη βρετανική αγορά.

Δραστηριοποιούμενη σε ένα γεωγραφικό τρίγωνο επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, η κεφαλαιουχική βάση της εταιρείας ήταν το Κάιρο, γραφεία για εξυπηρέτηση των εξαγωγών προς τη Βρετανία λειτούργησαν στην Παλαιστίνη, ενώ το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ήταν η περιοχή Φασουρίου στη Λεμεσό. Ώθηση στη δημιουργία της εταιρείας αυτής έδωσε ο προστατευτισμός στον οποίο στράφηκε την περίοδο αυτή η Μεγάλη Βρετανία και οι κτήσεις της ως ένα μέτρο αντιμετώπισης των επιπτώσεων της οικονομικής ύφεσης και αναζωογόνησης του ενδοαυτοκρατορικού εμπορίου. Με βάση το σύστημα προτιμήσεων, τα προϊόντα από την Κύπρο, όπως εσπεριδοειδή και ορισμένα βιομηχανικά είδη, μπορούσαν να εξαχθούν με ευνοϊκούς δασμούς στη Βρετανία σε αντίθεση με τρίτες χώρες ή περιοχές όπως η Παλαιστίνη, η οποία αν και με βρετανική εντολή βρέθηκε εκτός του προστατευτισμού και ως εκ τούτου εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό. Εβραίοι κεφαλαιούχοι και επιχειρηματίες οι οποίοι μετέφεραν τις δραστηριότητές τους από την Παλαιστίνη στην Κύπρο τη δεκαετία αυτή επεδίωξαν να εκμεταλλευτούν το ευνοϊκό δασμολογικό πλαίσιο από το οποίο επωφελούνταν οι εξαγωγές από την Κύπρο.

Οι μέτοχοι της εταιρείας προέρχονταν από ένα ευρύ φάσμα επαγγελματικών ειδικοτήτων στον τομέα της καλλιέργειας εσπεριδοειδών. Την ομάδα των κεφαλαιούχων απάρτιζαν οι καταρτισμένοι για την επιλογή των κατάλληλων γαιών Chelouche και Hassidoff, οι οποίοι πλαισιώνονταν από τους Haim Nahmias, καλλιεργητή και ιδιοκτήτη πορτοκαλεώνων στην Κύπρο, και τη Ness Ziona, τον Joel Eisenberg, ιδιοκτήτη πορτοκαλεώνων στη Magdiel της Παλαιστίνης και την Κύπρο με ειδίκευση στις μεθόδους καλλιέργειας, εμπορίου και μάρκετινγκ εσπεριδοειδών, και τον Isaiah Rakower, ο οποίος διετέλεσε για χρόνια σύμβουλος καλλιεργητών εσπεριδοειδών στην Παλαιστίνη. Διευθυντής του τεχνικού τμήματος και διαχειριστής ήταν ο διπλωματούχος γεωπόνος David Slonim.

Η CPP λειτούργησε ως πρότυπο επιχείρησης στην εσπεριδοκαλλιέργεια και συγκαταλέγηκε στις εκπαιδευτικές εκδρομές που διοργάνωνε το Τμήμα Γεωργίας για την επιμόρφωση των Κύπριων γεωργών. Η λειτουργία του σύγχρονου συσκευαστηρίου ήταν πρωτοποριακή για τα κυπριακά δεδομένα. Η βελτιστοποίηση της παραγωγής επιτυγχανόταν με τη χρήση αμερικανικής προέλευσης γεωργικών ελκυστήρων και μηχανικών αντλιών για άρδευση. Επιπλέον, η εταιρεία πρωτοπόρησε με την εισαγωγή νέων ποικιλιών από την Παλαιστίνη, όπως τα γκρέιπφρουτ τα οποία δεν καλλιεργούνταν ευρέως στην Κύπρο, και με την παραγωγή σταφίδας σε εκσυγχρονισμένο συσκευαστήριο. Η λειτουργία της επιχείρησης έλαβε χώρα σε ένα κομβικό σημείο για την οικονομία του νησιού, αφού την ίδια περίοδο η Κυβέρνηση εγκαινίαζε την εκστρατεία διαφώτισης του Κύπριου γεωργού γύρω από τη σωστή μέθοδο παραγωγής και συσκευασίας των εσπεριδοειδών, προκειμένου να δώσει ώθηση στις εξαγωγές των κυπριακών προϊόντων στη Μεγάλη Βρετανία και να καταστήσει το εμπόριο εσπεριδοειδών ανταγωνιστικό στις ευρωπαϊκές αγορές καθώς και προσοδοφόρο στους Κύπριους παραγωγούς. Μια από τις σημαντικότερες της συμβολές ήταν η αξιοποίηση μιας τεράστιας ακαλλιέργητης και αφιλόξενης περιοχής, η οποία μαστιζόταν από την ελονοσία, καθώς και η εισαγωγή της έννοιας των εμπορευματικών εξαγωγικών καλλιεργειών.

Με συγκεκριμένο σχεδιασμό, ρυμοτομία, ανέγερση αποθηκών για μεταφορά και διανομή των προϊόντων, και συσκευαστηρίου, ισομερή διαχωρισμό της έκτασης σε 36 κτηματικά τετράγωνα έκτασης δέκα στρεμμάτων το καθένα, μαζική δενδροφύτευση και διάνοιξη δρόμων μεταξύ των κτημάτων οι οποίοι κατέληγαν στον κύριο δρόμο προς το λιμάνι, η εικόνα της περιοχής άλλαξε άρδην. Με περισσότερους από 20 χιλιάδες ευκαλύπτους αντιμετωπίστηκαν οι εστίες ελονοσίας στην αλυκή Ακρωτηρίου, καθώς οι ευκάλυπτοι μπορούσαν να απορροφήσουν μεγάλη ποσότητα υγρασίας και να υποβοηθήσουν στην αποξήρανση των λιμναζόντων νερών. Από τα πρώτα στάδια λειτουργίας της, η εταιρεία προσανατολίστηκε στην εσπεριδοκαλλιέργεια. Ενθάρρυνση δόθηκε στην καλλιέργεια του γκρέιπφρουτ, ενός νεο-εισαγόμενου φρούτου στην Κύπρο. Το γκρέιπφρουτ παραγόταν μαζικά στην Παλαιστίνη καθώς είχε μεγάλη ζήτηση στις ευρωπαϊκές αγορές. Τα πρώτα γκρέιπφρουτ φαίνεται ότι φυτεύθηκαν πειραματικά από την Κυβέρνηση στην Αμμόχωστο και τη Λευκωσία στην αρχή της δεκαετίας του 1930. Η ώθηση που χρειαζόταν όμως για την επέκταση της παραγωγής του έγινε από το Φασούρι και τη CPP. Με την εισαγωγή εμβολίων από την Παλαιστίνη μπολιάστηκαν χιλιάδες λεμονόδεντρα με αποτέλεσμα την άμεση ανάπτυξη της καλλιέργειας του φρούτου αυτού. Κατά το 1934 η εταιρεία είχε φυτέψει 5.000 – 6.000 δέντρα, ενώ το 1935 η παραγωγή σχεδόν δεκαπλασιάστηκε φτάνοντας τα 50 χιλιάδες δέντρα. Μέχρι το 1952 η παραγωγή στο Φασούρι είχε φθάσει το ένα εκατομμύριο κιβώτια γκρέιπφρουτ.

Επιπλέον, στα μέσα του 1937 η εταιρεία επιδόθηκε στην αμπελοκαλλιέργεια και συγκεκριμένα την παραγωγή σουλτανίνας σε έκταση 400 στρεμμάτων και σταφίδας. Η σταφίδα είχε ιδιαίτερη ζήτηση στη βρετανική αγορά, γι’ αυτό και η εταιρεία στράφηκε στο εξαγωγικό εμπόριο αυτού του προϊόντος. Μετακαλώντας ειδικό από τη Σμύρνη για τη σταφιδοποίηση και συσκευασία της σουλτανίνας και εισάγοντας ειδικά μηχανήματα επεξεργασίας, η εταιρεία πρωτοστάτησε στην επιστημονική συσκευασία του σταφυλιού και την εξαγωγή σταφίδας από την Κύπρο στη βρετανική αγορά. Κατά την τριετία 1935 – 1938 καρποφόρησαν 200 σκάλες σουλτανίνας και εξήχθησαν 14 τόνοι σταφίδας. Το 1939 η εταιρεία προχώρησε στην οικοδόμηση εργοστασίου αποξήρανσης και συσκευασίας της σουλτανίνας με την εισαγωγή μηχανημάτων από την Ελλάδα για τον καθαρισμό, διαλογή, πρεσάρισμα και αποξήρανση κατά το κρητικό σύστημα.

Το 95% της εξαγωγής εσπεριδοειδών της εταιρείας προοριζόταν για την αγορά της Μεγάλης Βρετανίας και το υπόλοιπο για τις σκανδιναβικές χώρες, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα προϊόντα της εταιρείας έφθαναν στις αγορές με το εμπορικό σήμα «Selected Cyprus Oranges “The Seal” of Quality».

Η επιχειρηματική δραστηριότητα του Ambache δεν περιορίστηκε μόνο στο Φασούρι, το οποίο βρισκόταν υπό εβραϊκή ιδιοκτησία μέχρι τον θάνατό του το 1974. Ήταν επίσης πρόεδρος σε άλλες δυο εταιρείες στην Κύπρο, τη Cyprus Olive Plantations Company Ltd στη Λάρνακα και τη Trading & Industrial Company Ltd στη Λεμεσό, ενώ υπήρξε και διευθυντής της Lighterage & Transport Company Ltd, επίσης στη Λεμεσό. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι επιχειρηματικοί δεσμοί της οικογένειας Herzog αντικατοπτρίζουν τη σημασία της Κύπρου στην εβραϊκή οικονομική ελίτ της περιοχής ήδη από τα χρόνια πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.

Philenews