Καραγιάννης: Η αντιπαράθεση Ρωσίας – ΗΠΑ επηρεάζει Βρυξέλλες

Από την πρώτη μέρα που εισήλθε στον Λευκό Οίκο, ο Τζο Μπάιντεν δεν σταμάτησε να επαναλαμβάνει πως η χώρα του έχει επιστρέψει στο τραπέζι της πολυμερούς διεθνούς συνεργασίας, αποφασισμένη να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί σε μία σειρά θεμάτων που ξεκινούν από την αντιμετώπιση της πανδημίας και φθάνουν μέχρι την κλιματική αλλαγή. Με το πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη, ο Αμερικανός πρόεδρος θα αποδείξει αν όντως εννοούσε αυτά που διακήρυξε, καθώς, θα επιχειρήσει να αναδιαρθρώσει τις διατλαντικές σχέσεις, οι οποίες είχαν διαταραχθεί στα τέσσερα θυελλώδη χρόνια της θητείας Τραμπ, ενώ την ίδια στιγμή θα δώσει το στίγμα του για το πώς θα κινηθούν οι διμερείς σχέσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία. Η συνάντηση κορυφής με τον Βλαντιμίρ Πούτιν είναι προγραμματισμένη για τις 16 Ιουνίου, ενώ δύο μέρες νωρίτερα θα συμμετάσχει στην κρίσιμη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες.

Υπάρχουν πολλά αγκάθια στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Μόσχας εκτίμησε μιλώντας στον Φιλελεύθερο ο Μάνος Καραγιάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας στο King’s College του Λονδίνου και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Είναι για αυτό το λόγο που η συνάντηση μεταξύ του Τζο Μπάιντεν και του Βλαντιμίρ Πούτιν αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θα δώσει και το στίγμα του πώς θα κινηθούν οι σχέσεις των δύο χωρών το επόμενο διάστημα. Όπως και να έχει, η συνάντηση κορυφής θα στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω της, καθώς όλοι θα περιμένουν να δουν πώς οι δύο ηγέτες θα αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλο, μετά και τους βαριούς χαρακτηρισμούς που αντάλλαξαν πριν από λίγο καιρό.

Την ίδια ώρα, επεσήμανε ο Έλληνας ειδικός, υπάρχουν ζητήματα ανάμεσα στις δύο χώρες που προσφέρονται για αμοιβαίες υποχωρήσεις και που θα μπορούσαν να τις φέρουν πιο κοντά. Ένα από αυτά είναι και η ολοένα  αυξανόμενη απειλή από την Κίνα. Η άνοδος του γίγαντα της Ασίας, εκτιμά ο Μάνος Καραγιάννης, συνιστά μια τεράστια πρόκληση για τις ΗΠΑ αλλά και για την Ευρώπη και καθώς υπάρχουν κοινές συνισταμένες με τη Ρωσία, ίσως η Μόσχα να αποτελεί έναν δυνητικό σύμμαχο εναντίον του Πεκίνου και όχι apriori αντίπαλο της Δύσης.

Καθοριστική για την Ευρώπη, πάντως, που δεν τολμά να κάνει τα απαραίτητα βήματα για την αμυντική της ανεξαρτησία θα είναι και η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ. Οι ΗΠΑ αναμένεται πως θα θέσουν ζητήματα όπως η αύξηση των αμυντικών δαπανών, παρά το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά μέλη της Συμμαχίας δεν εμφανίζονται ιδιαίτερα πρόθυμα να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Πάντως, ο Τζο Μπάιντεν είναι από τους λίγους, επεσήμανε ο δρ Καραγιάννης, που μπορεί να καταφέρει να φέρει τις δύο πλευρές πιο κοντά και να κλείσει τις πληγές που άνοιξε ο Ντόναλντ Τραμπ.

-Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε να αναβιώνει η ρητορική του Ψυχρού Πολέμου. Τι ήταν αυτό που έκανε να ξεσπάσει με πρωτοφανή ορμή η ένταση που σιγόβραζε εδώ και καιρό στις σχέσεις Ουάσιγκτον – Μόσχας;

-Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που έχουν συντελέσει στην επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Κατ’ αρχάς, πολλοί Δημοκρατικοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το Κρεμλίνο παρενέβη υπέρ του Ντόναλντ  Τραμπ στις εκλογές του 2016. Αυτή η πεποίθηση έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά στις διμερείς σχέσεις γιατί τροφοδοτεί την καχυποψία στην ηγεσία των Δημοκρατικών. Επίσης, η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει βάλει το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο επίκεντρο της νέας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Από τη στιγμή που η σημερινή Ρωσία έχει εξελιχθεί σε μια ανελεύθερη δημοκρατία, η αμερικανική κριτική είναι μια αναπόφευκτη εξέλιξη. Από την άλλη, το Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Ευρώπη ως μια κυκλωτική κίνηση εναντίον της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, η Μόσχα κατηγορεί την αμερικανική ηγεσία ότι προσπαθεί να επιβάλει τις δικές της νόρμες και αντιλήψεις στη ρωσική κοινωνία.

 

-Πώς θα επηρεάσει η επικείμενη συνάντηση Πούτιν και Μπάιντεν τις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία; Θα επιτευχθεί βελτίωση ή θα δούμε περαιτέρω επιδείνωση;

-Είναι παρακινδυνευμένο να γίνει πρόβλεψη, αλλά δεν είναι απίθανο να βρεθεί τελικά ένα modus vivendi ανάμεσα στις δύο χώρες. Υπάρχουν ορισμένα θέματα που προσφέρονται για αμοιβαίες υποχωρήσεις. Μπορεί να σημειωθεί πρόοδος στο θέμα του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών. Το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής είναι κάτι που απασχολεί τις δύο χώρες, έστω σε διαφορετικό βαθμό. Τέλος, η απειλή των τζιχαντιστικών οργανώσεων μπορεί να οδηγήσει σε μια συναντίληψη σχετικά με τους τρόπους αντιμετώπισής τους. Εδώ να σημειωθεί ότι Ουάσιγκτον και Μόσχα μοιράζονται τον ίδιο προβληματισμό για την τουρκική υποστηρικτική στάση έναντι του Ισλαμικού Κράτους και άλλων ισλαμιστικών οργανώσεων. Παράλληλα, όμως, θα συνεχιστεί ο ρωσο-αμερικανικός ανταγωνισμός στη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και αλλού.

-Γιατί και οι δύο χώρες επιλέγουν τη σύγκρουση και δεν χάνουν ευκαιρία να στήνουν η μια την άλλη στη γωνιά; Τι επιδιώκουν να κερδίσουν εργαλειοποιώντας την ένταση μεταξύ τους;

-Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο αναφορικά με τη ρωσο-αμερικανική αντιπαράθεση. Είναι αναμενόμενο μεγάλες δυνάμεις να ανταγωνίζονται για επιρροή, αφού έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Αυτή είναι η φύση των διεθνών σχέσεων, ειδικά αν οι χώρες δεν μοιράζονται τις ίδιες αξίες. Γιατί είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η σύγκρουση δεν είναι πάντα μια νομοτελειακή υπόθεση. Παρά τους αμέτρητους πολέμους τους στο παρελθόν, Βρετανία και Γαλλία σήμερα συνεργάζονται στενά σε πολλούς τομείς· είναι κυριολεκτικά αδιανόητο να φανταστεί κανείς αυτές τις δύο μεγάλες δυνάμεις να συγκρούονται. Η Αμερική και η Ρωσία βρίσκονται σε διαφορετικά στρατόπεδα εδώ και 75 χρόνια, επομένως τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα.

 

-Πώς επηρεάζει το βαρομετρικό χαμηλό μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας τις σχέσεις Βρυξελλών και Μόσχας;

-Ανκαι ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν οικοδομήσει μια δική τους προσέγγιση έναντι της Μόσχας (π.χ. Γερμανία), είναι σχεδόν βέβαιο ότι η αντιπαράθεση Ρωσίας – Αμερικής επηρεάζει ποικιλοτρόπως τη στάση που κρατούν οι Βρυξέλλες. Δεν έχει πολλές επιλογές η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού η σχέση με τις ΗΠΑ είναι απείρως πιο σημαντική από ότι εκείνη με τη Ρωσία. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν πολλές απόψεις μέσα στην ΕΕ σχετικά με την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια με τη Μόσχα. Άλλοι κατηγορούν το καθεστώς Πούτιν και ελπίζουν σε μια πολιτική αλλαγή, ενώ άλλοι μέμφονται τη ρωσοφοβία που αποδεδειγμένα υπάρχει σε συγκεκριμένες χώρες. Η γεωγραφική πραγματικότητα πάντως δεν θα αλλάξει: η ΕΕ συνορεύει με τη Ρωσία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

-Ποιος είναι πιο δύσκολος και πιο υπολογίσιμος αντίπαλος για τις ΗΠΑ; Η Ρωσία ή μήπως η Κίνα;

-Είναι ξεκάθαρο ότι η άνοδος της Κίνας συνιστά μια τεράστια πρόκληση για τις ΗΠΑ και τελικά για την Ευρώπη. Με τη Ρωσία μας ενώνουν περισσότερα από ό,τι τολμούμε να παραδεχτούμε. Είναι μια ευρωπαϊκή χώρα που γέννησε έναν σπουδαίο πολιτισμό και δεν επιθυμεί την παγκόσμια ηγεμονία αφού δεν έχει τέτοιες δυνατότητες. Ασπάζομαι την άποψη Αμερικανών παλαιοσυντηρητικών στοχαστών, όπως είναι ο John Mearsheimer, που θεωρούν τη Ρωσία ένα δυνητικό σύμμαχο εναντίον της Κίνας και όχι priori αντίπαλο της Δύσης. Είναι ίσως μια λίγο αιρετική άποψη, αλλά κερδίζει υποστηρικτές που ξέρουν να κάνουν προτεραιοποίηση των απειλών. Ο ψυχρός πόλεμος με την Κίνα έχει ήδη ξεκινήσει. Η πανδημία θα προκαλέσει περισσότερες εντάσεις με το Πεκίνο, διότι οι δυτικές κοινωνίες απαιτούν απαντήσεις σχετικά με την πραγματική προέλευση του κορωνοϊού. Εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν και χάνουν τη ζωή τους, οι οικονομίες συρρικνώνονται και οι κοινωνίες υποφέρουν. Υπό αυτές τις δραματικές συνθήκες, δεν πρόκειται φυσικά η κινεζική ηγεσία να μείνει στο απυρόβλητο.

Όσο η Δύση πιέζει το Κρεμλίνο αυτό θα στρέφεται στο Πεκίνο

-Κίνα και Ρωσία πάντως φαίνεται πως πλησιάζουν η μια την άλλη. Πώς οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την αναδυόμενη αυτή εταιρική σχέση;

-Όντως υπάρχει μια σύμπλευση των ρωσο-κινεζικών συμφερόντων εδώ και αρκετά χρόνια, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ανατολικής Ασίας. Οι δύο πλευρές έχουν παρόμοια κίνητρα. Η Μόσχα ανησυχεί για το ενδεχόμενο να βρεθεί κάποια στιγμή αντιμέτωπη με τη Δύση και τη Κίνα ταυτόχρονα, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Όσο η Δύση πιέζει το Κρεμλίνο τόσο αυτό θα ενισχύει τη σχέση του με το Πεκίνο. Ταυτόχρονα, η κινεζική ηγεσία αντιμετωπίζει τις ΗΠΑ ως τον μεγάλο ανταγωνιστή στο εξελισσόμενο διεθνές σύστημα. Επομένως, η συνεργασία με τη Μόσχα αποσκοπεί στην εξισορρόπηση της αμερικανικής ισχύος. Δεν θα έλεγα, επομένως, ότι η Ρωσία και η Κίνα είναι πραγματικοί σύμμαχοι. Ο φόβος τους εξωθεί σε συνεργασία έναντι του κοινού αντιπάλου, δηλαδή της Αμερικής.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ

-Μέχρι στιγμής είδαμε τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ισχυρές χώρες να διεξάγεται σε οικονομικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Μήπως όμως έφτασε ο καιρός που ο ανταγωνισμός τους γίνεται όλο και πιο hi-tech δίνοντας περισσότερη έμφαση στον κυβερνοχώρο; 

-Ο διακρατικός ανταγωνισμός, ιδιαίτερα μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, θα είναι πολυεπίπεδος από εδώ και πέρα. Ο κυβερνοχώρος έχει σίγουρα εξελιχθεί σε ένα πεδίο σύγκρουσης, αλλά δεν είναι το μοναδικό. Οι νέες τεχνολογίες παίζουν, πλέον, τον ρόλο που έπαιζαν παλαιότερα το πετρέλαιο και τα πολύτιμα μέταλλα. Έχουμε μπει σε μια νέα εποχή, όπου η πρόσβαση στην υψηλή τεχνολογία θα καθορίζει τη θέση μιας χώρας. Έτσι, όμως, θα αυξηθούν οι ανισότητες μεταξύ των χωρών και θα τροφοδοτηθούν νέες συγκρούσεις. Κοιτάξτε τι γίνεται τώρα με τα εμβόλια: λίγες αναπτυγμένες χώρες έχουν πρόσβαση και οι υπόλοιποι μένουν πίσω. Το ίδιο θα συμβεί, αναπόφευκτα, με τις νέες τεχνολογίες. Δεν είναι τυχαίο ότι ρωσική ηγεσία επενδύει σημαντικούς πόρους στην ανάπτυξη τεχνολογίας για να παραμείνει η χώρα ένα αυτόνομος πόλος του διεθνούς συστήματος.

Το ΝΑΤΟ πρέπει να αλλάξει ταυτότητα και στρατηγική αν θέλει να επιβιώσει

-Πρώτη σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ μετά την ταραχώδη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Θα επιστρέψουν οι σχέσεις των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων συμμάχων τους στο επίπεδο που ήταν στο παρελθόν;

-Αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να το πετύχει είναι ο Τζο Μπάιντεν, που χαίρει μεγάλου σεβασμού στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Είναι αλήθεια ότι η προεδρία Τραμπ προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου ζημιά στις διατλαντικές σχέσεις. Η χρήση επιθετικής, σχεδόν απαξιωτικής, γλώσσας εναντίον Ευρωπαίων ηγετών θα μνημονεύεται για πολλά χρόνια ακόμη. Παρά τη συζήτηση που έχει ανοίξει για την ευρωπαϊκή, αμυντική αυτονομία, είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει ποτέ η ενωμένη Ευρώπη να οικοδομήσει μια κοινή αμυντική πολιτική. Για πολλούς λόγους, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι προτιμούν να βρίσκονται κάτω από την «αμερικανική ομπρέλα». Μετά την αποχώρηση της Βρετανίας, είναι σαφές ότι μόνο η Γαλλία μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση. Η γερμανική αμφιθυμία, όμως, συνιστά τροχοπέδη για τέτοιες κινήσεις στον αμυντικό τομέα. Επομένως, η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να πορεύεται μαζί με την Αμερική, που συνιστά και την ηγέτιδα δύναμη του Ελεύθερου Κόσμου.

-Ποιο είναι το μέλλον της Ατλαντικής Συμμαχίας στο απρόβλεπτο και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας του 21ου αιώνα;

-Δεν συμμερίζομαι την άποψη του Εμανουέλ Μακρόν ότι το ΝΑΤΟ είναι «κλινικά νεκρό». Θα έλεγα απλά ότι έχει «γεράσει» και χρειάζεται φρεσκάδα. Προς το παρόν, ο Οργανισμός προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις ρωσικές προκλήσεις στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα. Το ΝΑΤΟ δεν παίζει κανένα ρόλο στη Βόρεια Αφρική και ιδιαίτερα στην περιοχή του Σαχέλ, όπου τζιχαντιστικές οργανώσεις εξαπολύουν τρομοκρατικές επιθέσεις και εγκληματικά δίκτυα διακίνησης ανθρώπων ευημερούν εις βάρος των τοπικών κοινωνιών. Το ΝΑΤΟ πρέπει να αλλάξει ταυτότητα και στρατηγική, αν θέλει να επιβιώσει ως οργανισμός. Δυστυχώς, όμως, δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο στον ορίζοντα. Επομένως, οι εξελίξεις κάποια στιγμή θα ξεπεράσουν τη Συμμαχία.

Αποξενωμένη η Τουρκία

-Μπορεί το ΝΑΤΟ να περιορίσει την κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο λαμβάνοντας υπόψη πως δύο μέλη του βρίσκονται το ένα απέναντι στο άλλο;

-Δυστυχώς, το ΝΑΤΟ δεν «φτιάχτηκε» για να αντιμετωπίσει κρίσεις ανάμεσα σε δύο κράτη-μέλη. Για αυτό συχνά παρατηρούμε να υπάρχει μια μεγάλη αμηχανία στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Η ελληνική πλευρά το έχει καταλάβει αυτό και προσπαθεί να χτίσει διμερείς συμμαχίες με συγκεκριμένες μεγάλες δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ και η Γαλλία. Υπάρχει και κάτι άλλο, όμως, που δημιουργεί μεγάλο προβληματισμό. Σήμερα, η Τουρκία έχει καλλιεργήσει στενές σχέσεις με χώρες ή οργανώσεις που στρέφονται ανοικτά εναντίον της Συμμαχίας. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί μια Νατοϊκή χώρα να υποστηρίζει τη Χαμάς, να συνεργάζεται με τη Μόσχα και να ενισχύει την ιρανική οικονομία με διάφορους τρόπους.

-Τα αγκάθια στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας είναι πολλά. Πώς επηρεάζει αυτό την Αθήνα; Τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα για να ενισχύσει τη θέση της; 

-Η ένταση που επικρατεί στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις ευνοεί στην παρούσα φάση την ελληνική πλευρά. Όσο η Άγκυρα συμπεριφέρεται με επιθετικό τρόπο, τόσο θα αναδεικνύεται ο σταθεροποιητικός ρόλος της Αθήνας στην περιοχή. Εδώ όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί η ελληνική διπλωματία σε «αιχμάλωτο» των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Οι ΗΠΑ είναι ο στενότερος σύμμαχος της Ελλάδας, αλλά εμείς πρέπει να είμαστε πάντα αρκετά ισχυροί για να προστατεύσουμε τα συμφέροντά μας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την οικοδόμηση μιας εθνικής στρατηγικής με προαποφασισμένους στόχους, που φυσικά θα περιλαμβάνει την προστασία του Κυπριακού Ελληνισμού από εξωτερικές απειλές.

Philenews