Πώς μοίρασε τις ευθύνες η ερευνητική για πολιτογραφήσεις

Ενδεχόμενες ευθύνες σε τρείς κυβερνήσεις και αντίστοιχους προέδρους της Δημοκρατίας εντοπίζει στο τελικό της πόρισμα η  ερευνητική επιτροπή για τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις. Στην έκθεση η επιτροπή πολιτογραφήσεων αναφέρει ότι από τους 280 Φακέλους επενδυτών (597 πολιτογραφήσεις υψηλού κινδύνου επενδυτών, συμπεριλαμβανομένων των μελών της οικογένειάς τους) που απόκτησαν την Κυπριακή Υπηκοότητα, 81 πρόσωπα πολιτογραφήθηκαν ως διευθυντικά στελέχη, δηλαδή ήταν εκτός νομικού πλαισίου και επομένως είχαν πολιτογραφηθεί παράνομα. Για αυτό φέρουν ευθήνες προέδροι, υπουργοί ακόμη και η Βουλή αναφέρει στην έκθεση της Επιτροπής.

Πως κατανέμει τις ευθύνες για τις πιο πάνω αναφορές

Ενδεχόμενες ευθύνες Προέδρων και Υπουργικού Συμβουλίου

Ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας προήδρευε των συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά τον χρόνο που το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε πολιτογραφήσεις αλλοδαπών επενδυτών και επιχειρηματιών, οι οποίες όπως αναφέραμε πιο πάνω, σε μεγάλο βαθμό γίνονταν καθ’ υπέρβαση ή κατά παράβαση του Νόμου.

Σημειώνουμε τους αριθμούς των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων για κάθε Προεδρία.

– 1.1.2007– 29.2.2008, Προεδρία Παπαδόπουλου – 5 πολιτογραφήσεις

– 1.3.2008 – 28.2.2013, Προεδρία Χριστόφια – 228 πολιτογραφήσεις

– 1.3.2013 – 17.8.2020, Προεδρίες Αναστασιάδη – 6,546 πολιτογραφήσεις

Συγκεκριμένα από το σύνολο των 6779 φυσικών προσώπων που έχουν πολιτογραφηθεί, ποσοστό 53,24% (μέλη οικογένειας του επενδυτή καθώς και διευθυντικά στελέχη) ήταν εκτός νομικού πλαισίου και, επομένως, είχαν πολιτογραφηθεί καθ’ υπέρβαση του Νόμου. Σε περίπτωση εξέτασης του ενδεχομένου αποστέρησης από το Υπουργικό Συμβούλιο της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από τα μέλη της οικογένειας, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τυχόν κεκτημένα δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτήσει, καθώς και το Ενωσιακό Δίκαιο.

Προφανώς, η κατά συρροή αδυναμία των τριών Κυβερνήσεων, που διαχειρίστηκαν το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, να προχωρήσουν στην εφαρμογή της απόφασης 65.824 του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 11.07.2007 ότι: «Τα πιο πάνω κριτήρια/όροι θα ισχύουν μέχρι την οριστική διαμόρφωση σχετικού τροποποιητικού ή σχεδίου κανονισμών…,» συνέβαλε τα μέγιστα και κατά τρόπο καθοριστικό στη δημιουργία αριθμού εκτός νόμου πολιτογραφήσεων και /ή σειρά αυθαιρεσιών και ή άλλων παρανομιών. Και αυτό, εξαιτίας του γεγονότος ότι από τις 11 Ιουλίου 2007 μέχρι τον Αύγουστο του 2020 το Επενδυτικό Πρόγραμμα λειτουργούσε χωρίς επαρκές νομικό πλαίσιο και καθόλου Κανονιστικό πλαίσιο παρά τη ρητή πρόνοια στην πιο πάνω Απόφαση για θέσπιση Κανονισμών.

Το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τις προαναφερθείσες περιόδους, επί ενός τόσο σημαντικού θέματος για τη χώρα, αλλά και για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβανομένου υπόψη ότι η Κυπριακή ιθαγένεια είναι και Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια, δεν φαίνεται να ασκούσε οποιονδήποτε ουσιαστικό έλεγχο σχετικά με το κατά πόσο το σύστημα λειτουργούσε σύννομα λαμβανομένου υπόψη τόσο του Εθνικού όσο και του Ενωσιακού δικαίου.

Παρά το γεγονός ότι από το 2013, τουλάχιστον στην περίπτωση του ΚΕΠ δεν τηρείτο Κώδικας Δεοντολογίας και, επομένως, τόσο τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου όσο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος προήδρευε του Υπουργικού Συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, δεν πληροφορούνταν, και δεν δήλωναν οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον τους στις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις ούτε και αυτοεξαιρούνταν, ως όφειλαν.

Πέραν των προαναφερθέντων, το Υπουργικό Συμβούλιο δεν είχε ορθή νομική καθοδήγηση, σε ό,τι αφορά τις σχετικές πτυχές του Ενωσιακού Δικαίου και τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ενδεχόμενη παράβαση υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επ’ αυτού δεν θα ενδιατρίψομε, ενόψει πιθανής δικαστικής διαδικασίας εναντίον της Δημοκρατίας.

Ενδεχόμενες ευθύνες του Υπουργείου Εσωτερικών

Το Υπουργείο Εσωτερικών, ήταν το καθ’ ύλη αρμόδιο Υπουργείο, από το 2007 μέχρι 17.08.2020 για την λειτουργία και εφαρμογή του Κυπριακού Επενδυτικού προγράμματος.

Από τη μαρτυρία που συνέλεξε η Ερευνητική Επιτροπή, προκύπτει ότι από τα μέσα του 2014 τουλάχιστον, και αργότερα ο διαδεχθείς , έπαψαν να έχουν ουσιαστική εμπλοκή με τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις. Ενώ στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, (οι προκάτοχοι των ) φαίνεται να συμμετείχαν στην έγκριση των σημειωμάτων και των πρόχειρων Προτάσεων που υποβάλλονταν στον Υπουργό Εσωτερικών για το θέμα αυτό, ακόμα και παρεμβαίνοντας οι ίδιοι σε διάφορες περιπτώσεις, φαίνεται να σταμάτησε να έχει την οποιαδήποτε ανάμειξη με το θέμα και ούτε έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να επιφέρει οποιεσδήποτε βελτιώσεις πρακτική η οποία συνεχίστηκε και με . Το γεγονός ότι δύο απείχαν από αυτό το θεσμικό καθήκον τους για ένα τόσο σημαντικό θέμα, δείχνει σοβαρό κενό στους ελέγχους και τις διαδικασίες που έπρεπε να τηρούνται εντός του Υπουργείου Εσωτερικών.

Οι εκάστοτε Γενικοί Διευθυντές του Υπουργείου Εσωτερικών, ως διοικητικά υπεύθυνοι για την εσωτερική οργάνωση και εποπτεία του Υπουργείου, ενδεχομένως να φέρουν ευθύνη για την έλλειψη δημιουργίας και τήρησης αξιόπιστου αρχείου πολιτογραφήσεων. Συγκεκριμένα από τις πρώτες μέρες του διορισμού της, η Ερευνητική Επιτροπή διαπίστωσε την παντελή έλλειψη συγκεκριμένης βάσης δεδομένων των πραγματοποιηθεισών κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων, στην οποία να τηρούνται τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά με κάθε πολιτογράφηση, παρακολούθηση και έλεγχο της εξέλιξης της κάθε μιας πολιτογράφησης ξεχωριστά και γενικά της εφαρμογής του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος. Αυτό, δηλώθηκε απερίφραστα τόσο από τους Υπουργούς Εσωτερικών που κατέθεσαν ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής όσο και από λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών. Χαρακτηριστικό, μάλιστα, είναι το γεγονός ότι μέχρι και προ ολίγων ημερών (στις 8 Απριλίου 2021),το Υπουργείο Εσωτερικών απέστειλε νέα επιστολή προς διόρθωση των στατιστικών δεδομένων με τα οποία μας διέθεσε. Σε μεγάλο βαθμό η βάση δεδομένων που χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς της Επιτροπής, είναι αποτέλεσμα της έρευνας και μελέτης των ενώπιον μας φακέλων. Σημειώνεται ωστόσο η προθυμία του Υπουργείου Εσωτερικών να συνεργαστεί και να βοηθήσει στο έργο της Ερευνητικής Επιτροπής.

Μέχρι το 2013 περίπου, δεν χρησιμοποιείτο Έντυπο υποβολής αίτησης. Οι αιτητές υπέβαλλαν το αίτημά τους μέσω επιστολής, επισυνάπτοντας τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα. Αργότερα, το Έντυπο Μ127 χρησιμοποιήθηκε ως η αίτηση για τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις. Δεν είναι κατανοητό γιατί χρησιμοποιήθηκε ένα υφιστάμενο απαρχαιωμένο έντυπο του Υπουργείου Εσωτερικών, αντί να καταρτιστεί ένα νέο Έντυπο που θα αντικατόπτριζε καλύτερα τις πληροφορίες που έπρεπε να υποβάλει ο επενδυτής. Από τον τρόπο που ήταν συμπληρωμένο το εν λόγω έντυπο μέσα στους φακέλους που εξετάστηκαν, φαίνεται ότι αντιμετωπιζόταν με εξαιρετική προχειρότητα. Στις πλείστες των περιπτώσεων δεν ήταν δεόντως συμπληρωμένο (υπήρχαν κενά πεδία, δεν αναγράφονταν τα τέκνα ή η/ο σύζυγος του επενδυτή ή τα άτομα που σύστηναν τον εν λόγω επενδυτή, έλειπαν σελίδες, δεν ήταν δεόντως υπογραμμένο κ.α). Το Υπουργείο Εσωτερικών δεν φαίνεται να επέμενε στη σχολαστική συμπλήρωση όλων των πεδίων της αίτησης. .

Το αποτέλεσμα της παράτυπης χρήσης του τύπου Μ127, παρεμπόδιζε την επαρκή διαπίστωση του μοναδικού προσόντος, σε οποιαδήποτε μορφή νόμιμης πολιτογράφησης, που δεν μπορεί «να εξαιρεθεί», δηλαδή του προσόντος του «καλού χαρακτήρα», στο στάδιο αξιολόγησης της αίτησης. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω, σχετίζεται με σοβαρές θεσμικές αδυναμίες που προκύπτουν από το γεγονός ότι για δεκατρία συναπτά έτη από την έναρξη του προγράμματος των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων αλλοδαπών επενδυτών και επιχειρηματιών, η Πολιτεία απέτυχε να αντικαταστήσει τους Κανονισμούς που συνδέονται με τον περί του Πολίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμο του 1967, με κατάλληλους Κανονισμούς που να συνάδουν με τις νέες αναγκαιότητες που επέφερε το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα.

Επίσης διαπιστώθηκε η γενικότερη έλλειψη οργάνωσης της διαδικασίας και των Εντύπων των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων, αλλά και η παντελής απουσία εγχειριδίου διαδικασιών εσωτερικής διακυβέρνησης. Ενώ στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του κυπριακού επενδυτικού προγράμματος, οι πιο πάνω ελλείψεις θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν λόγω του μικρού αριθμού των αιτήσεων,όταν διαφάνηκε το αυξημένο ενδιαφέρον που υπήρχε για το εν λόγω Πρόγραμμα θα, έπρεπε να οργανωθούν και να ενισχυθούν οι διαδικασίες και η Μονάδα να στελεχωθεί επαρκώς με εξειδικευμένο προσωπικό. Ορισμένοι Υπουργοί Εσωτερικών, ως τελικοί υπεύθυνοι για την προετοιμασία των Προτάσεων που προωθούνταν για έγκριση στο Υπουργικό Συμβούλιο, ενδεχομένως να ευθύνονται για την προώθηση προτάσεων χωρίς να ικανοποιούνται τα καθορισμένα κριτήρια ή/και χωρίς να έχουν υποβληθεί τα νενομισμένα έγγραφα. Περαιτέρω, ενδεχομένως να ευθύνονται για την προώθηση Προτάσεων προς το Υπουργικό Συμβούλιο χωρίς να ενσωματώνονται σε αυτές όλες οι σχετικές πληροφορίες που αφορούσαν τις αιτήσεις, παραλείποντας σε πολλές περιπτώσεις να αναφέρουν ουσιώδεις πληροφορίες ή αρνητικές πληροφορίες για τον επενδυτή που ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την έκβαση της αίτησης.

Ένα άλλο θέμα, που αναλύεται εκτενέστερα στο Κεφάλαιο 8, είναι η ανάδειξη, ή υπόδειξη πιθανών περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων που ενδεχομένως να υπήρχαν μεταξύ των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Εσωτερικών, ως το σώμα που ετοίμαζε και προωθούσε την Πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο, ενδεχομένως να ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιες Προτάσεις δημιουργούσαν συνθήκες σύγκρουσης συμφερόντων για τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου.

Η εφαρμογή κριτηρίων “à la carte” από διάφορα σχέδια, εκ μέρους του Υπουργείου Εσωτερικών, χωρίς την ανάλογη ενημέρωση του Υπουργικού Συμβουλίου, ήταν κατά την άποψη μας λανθασμένη πρακτική ιδίως όταν ο επενδυτής δεν πληρούσε τα τυπικά κριτήρια τουλάχιστον ενός σχεδίου. Ακόμα και αν το Υπουργικό Συμβούλιο ασκούσε τη διακριτική ευχέρεια του να αποκλίνει από ένα ή περισσότερα κριτήρια θα έπρεπε να αιτιολογείται επαρκώς η απόφαση του κάτι το οποίο δεν φαίνεται να γινόταν στις πλείστες περιπτώσεις.

Επίσης το Υπουργείο Εσωτερικών, δεν φαίνεται να ενεργούσε σε όλες τις περιπτώσεις με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των όρων και των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου.

Από τα στοιχεία ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής, προκύπτει ότι, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του 2014, η ΕΕ επικοινώνησε επανειλημμένα με το Υπουργείο Εσωτερικών και υπέβαλε ξεκάθαρες εισηγήσεις προκειμένου να τροποποιηθεί το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα ώστε να πολιτογραφούνται μόνο αλλοδαποί που διατηρούν γνήσιους δεσμούς με τη χώρα, κάτι που φαίνεται να αγνόησε η Κυβέρνηση.

Για την επίλυση ορισμένων τουλάχιστον προβλημάτων που περιγράφονται πιο πάνω, δεν βοήθησε το γεγονός ότι η Μονάδα υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση και εξέταση των αιτημάτων ήταν διαχρονικά υποστελεχωμένη και τα τελευταία χρόνια μόνο, είχε στελεχωθεί με περισσότερο προσωπικό.

Ενδεχόμενες ευθύνες του Υπουργείου Οικονομικών

Το Υπουργείο Οικονομικών, ήταν το καθ’ ύλην αρμόδιο για την τήρηση των οικονομικών κριτηρίων των αιτήσεων πολιτογραφήσεως. Επιπλέον, καθ΄ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του προγράμματος, αναμείχθηκε ενεργά στη διαμόρφωση των οικονομικών κριτηρίων και υπέβαλλε εισηγήσεις κατά καιρούς, για τροποποίηση των Αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου που καθόριζαν τα οικονομικά κριτήρια των σχεδίων.

Με την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο εκάστοτε Υπουργός Οικονομικών είχε τη διακριτική ευχέρεια αναφορικά με όλα τα κατά καιρούς σχέδια και για όλα τα θέματα, να αγνοήσει ή να παρεκκλίνει από κάποια από τα κριτήρια που το ίδιο το Υπουργικό Συμβούλιο έθετε, σε κάποιες περιπτώσεις, έδινε το πράσινο φως για αριθμό πολιτογραφήσεων που δεν πληρούσαν τα κριτήρια των σχεδίων, λόγω της μεγάλης επένδυσης στην οικονομία του κράτους.

Παρά το γεγονός ότι ο ρόλος του Υπουργείου Οικονομικών ήταν ο έλεγχος του οικονομικού κριτηρίου και επομένως αφορούσε στα κεφάλαια που ήρθαν στην Κύπρο και στον τρόπο που επενδύθηκαν, φαίνεται ότι ουδέποτε σύνδεσε τους ελέγχους αυτούς με τον έλεγχο της πηγής των κεφαλαίων που δηλώνονταν.

Ευθύνη ενδεχομένως βαραίνει το Υπουργείο Οικονομικών και για το γεγονός ότι οι έλεγχοι κατά πόσον οι όροι που τέθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά την πολιτογράφηση επενδυτών τηρήθηκαν, δεν άρχισαν παρά μόνο το 2019, 12 χρόνια μετά την έναρξη του Προγράμματος.

Άλλα θέματα που εντοπίστηκαν και αφορούσαν την εξέταση του οικονομικού κριτηρίου, άρα θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί από το Υπουργείο Οικονομικών ήταν η αξία των ακινήτων που αποτελούσαν αντικείμενο της επένδυσης. Σε αρκετές περιπτώσεις οι επενδυτές κατέβαλαν πέραν του 200% της εκτιμημένης αξίας των  ακινήτων που αγόρασαν, ή αποτελούσαν re-sales ακινήτων που χρησιμοποιήθηκαν ήδη για άλλες πολιτογραφήσεις. Το Υπουργείο Οικονομικών δεν φαίνεται να ζήτησε στοιχεία που να δικαιολογούν την πιο πάνω απόκλιση στις τιμές. ‘Ενας λόγος ενδεχομένως να ήταν στο γεγονός ότι η έκθεση αντικτύπου που έγινε τον Φεβρουάριο του 2019 για την περίοδο 2013-2018, δεν κατέδειξε υπερθέρμανση στον κλάδο των ακινήτων, που θα ωθούσε το Υπουργείο Οικονομικών να λάβει μακροπροληπτικά μέτρα. Παρόλη την αύξηση των συναλλαγών που σχετίζονταν με ακίνητα, δεν καταγράφηκε υπερθέρμανση του κλάδου, με μόνη εξαίρεση την κατηγορία των διαμερισμάτων στη Λεμεσό που κατέγραψε απότομη άνοδο σε τιμές.

Σημειώνεται επίσης ότι οι συναλλαγές για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα για την περίοδο αυτή ανέρχονταν σε €6.6 δισ. Η γενικότερη συνεισφορά του προγράμματος στο ΑΕΠ υπολογίστηκε σε 1,2%.

Ενδεχόμενες ευθύνες της Βουλής των Αντιπροσώπων

Η Βουλή των Αντιπροσώπων προς την οποία, σύμφωνα με το Νόμο, κοινοποιείτο εκ των προτέρων κάθε αίτηση για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση, από το 2007 μέχρι τις 17/8/2020 δεν φαίνεται να άσκησε, σε οποιανδήποτε περίπτωση, οποιονδήποτε έλεγχο αναφορικά με τέτοια αίτηση, τηρουμένης βέβαια της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Επιπρόσθετα, η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν φαίνεται να έλαβε οποιαδήποτε μέτρα, μέχρι το 2020 σε σχέση με τη λειτουργία του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος , χωρίς Κανονισμούς, παρά την πρόνοια του εξουσιοδοτικού νόμου για θέσπιση τέτοιων Κανονισμών και το Συνταγματικό της δικαίωμα να νομοθετεί επί παντός θέματος, τηρουμένης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Ενδεχόμενες ευθύνες των Παρόχων Υπηρεσιών

Ως επί το πλείστον, εντοπίζεται να είχαν προωθηθεί αιτήσεις για πολιτογράφηση επενδυτών από δικηγορικά γραφεία, ελεγκτικά γραφεία, Εταιρείες Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών, εταιρείες ανάπτυξης γης ή ακόμη και από εταιρείες που δηλώνουν ‘consultants’/‘σύμβουλοι’. Τα χρήματα των αλλοδαπών αιτητών κατέληγαν σε κυπριακές τράπεζες και πολλές φορές σε «λογαριασμούς πελατών» των Παρόχων ή σε λογαριασμούς εταιρειών ανάπτυξης γης.

Ενδεχόμενες ευθύνες της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.

Το Σύνταγμα και οι Νόμοι παρέχουν ευρείες εξουσίες στον Γενικό Ελεγκτή για να επιτελέσει το έργο του. Διευκρινίζεται ότι ο Γενικός Ελεγκτής έχει νομικό δικαίωμα να επιλέξει ο ίδιος τους ελέγχους που θα διενεργηθούν και να θέσει τις προτεραιότητες που ο ίδιος κρίνει. Ωστόσο, εάν ο Γενικός Ελεγκτής, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται, επέλεγε να προβεί σ’ ετοιμασία έκθεσης για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα από το 2016, έτος που η Ελεγκτική Υπηρεσία έκανε έλεγχο και απέκτησε γνώση των προβλημάτων, ή έστω και αργότερα όταν είχε γίνει λήπτης αρκετών καταγγελιών, τότε τα προβλήματα και οι αδυναμίες του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος θα έρχονταν στην επιφάνεια και ενδεχομένως το Πρόγραμμα να είχε μια ευκαιρία να διορθωθεί, να λειτουργήσει ορθά και να αποφευχθεί ο τερματισμός του, αλλά και συνάμα να αποφύγουμε τον διασυρμό της χώρας.

Philenews