Πυρά Αναστασιάδη για τους αρνητές στην κρίση της πανδημίας – Η σύγχυση που προκάλεσαν

Χαιρετισμό απήυθυνε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης στο Συνέδριο Υπουργών αρμόδιων για τα Μέσα Ενημέρωσης και την Κοινωνία της Πληροφορίας του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ο Πρόεδρος δεν δίστασε να μιλήσει στο χαιρετισμό για το ζήτημα παραπληροφόρησης αλλά της κακής πληροφόρησης σε έναν κόσμο που ζει ολοένα και περισσότερο στον κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Μεταξύ άλλων ο Πρόεδρος αναφέρθηκε και στους αρνητές κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης αναφέροντας ότι: «Οι ψευδείς ειδήσεις, οι υποστηρικτές θεωριών συνωμοσίας και οι αντιεμβολιαστές έχουν προκαλέσει σύγχυση όλους αυτούς τους μήνες σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία, στη βάση, πάντα, δυστυχώς, αβάσιμων ισχυρισμών».

Αναλυτικά ο Πρόεδρος ανέφερε:

Είναι με μεγάλη χαρά που καλωσορίζω θερμά όλους τους διακεκριμένους συμμετέχοντες του Συνεδρίου «Τεχνητή Νοημοσύνη – Νοήμονες Πολιτικές: Προκλήσεις και Ευκαιρίες για τα Μέσα Ενημέρωσης και τη Δημοκρατία».

Είναι μεγάλη χαρά και τιμή για εμάς που η Κύπρος φιλοξενεί αυτό το τόσο σημαντικό Συνέδριο του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο, δυστυχώς, συγκαλείται χωρίς φυσική παρουσία λόγω της πανδημίας COVID-19.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις τις τελευταίες δύο δεκαετίες, και ο μετασχηματισμός που επέφεραν, έχουν οδηγήσει σε πρωτοφανή πολιτική, οικονομική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση και συνδεσιμότητα.

Στην ψηφιακή εποχή, όλα συμβαίνουν με ταχύτητα αστραπής, ενώ οι πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχουν μεταμορφώσει εντελώς τον κόσμο της δημοσιογραφίας.

Από αυτή την άποψη, είτε μας αρέσει είτε όχι, η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι εδώ για να μείνει. Ενώ τα οφέλη της μπορεί να είναι πολλαπλά, η παρουσία της εγείρει νομικές, δεοντολογικές, καθώς και πολιτικές και οικονομικές πολυπλοκότητες.

Αφενός, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να επιτρέψει ευρύτερα, ταχύτερα και πιο στοχευμένα μέσα ανταλλαγής πληροφοριών και ιδεών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αφετέρου, τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης που αναπτύσσονται μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη απόψεων, την πρόσβαση σε πληροφορίες και άλλες θεμελιώδεις πτυχές της ατομικής αυτονομίας.

Μια τέτοια εξέλιξη άνοιξε την προοπτική της παραπληροφόρησης με τεράστιο ρυθμό και κλίμακα. Οποιοσδήποτε μπορεί να δημοσιεύσει ή να αναρτήσει μια γνώμη ή μια άποψη, ανεξάρτητα από το αν είναι αληθής ή ψευδής, και να προωθήσει την εν λόγω άποψη στην αγορά των πληροφοριών.

Η παραπληροφόρηση, η κακή πληροφόρηση και η προπαγάνδα συμβαίνουν τώρα σε μαζική κλίμακα και είναι εύκολο να στοχεύσουν σε έναν κόσμο που ζει ολοένα και περισσότερο στον κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάσουμε τις διάφορες προκλήσεις που θέτει η ενσωμάτωση των τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης στη δημοσιογραφία, ιδίως όσον αφορά τον τομέα της δεοντολογίας και τις ευρύτερες επιπτώσεις της στην κοινωνία μας.

Καθώς η εξάρτηση από την Τεχνητή Νοημοσύνη αυξάνεται στο σημερινό περιβάλλον της πληροφορίας, παραμένει εξίσου κρίσιμης σημασίας το να αντιμετωπιστεί ο αντίκτυπός της στην άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, που αποτελεί βασικό στοιχείο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και πολυφωνικών μέσων ενημέρωσης βασισμένων στην ελευθερία της πληροφόρησης και της άποψης.

Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός ότι οι περιπτώσεις βίας εναντίον δημοσιογράφων, οι περιπτώσεις παράνομων συλλήψεων, διαδικτυακών απειλών, παρενόχλησης, εκφοβισμού, απαγωγής και ακόμη και δολοφονιών αυξάνονται.

Η παλιά αντίληψη ότι οι δημοσιογράφοι σκοτώνονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, σε πεδία μάχης καλύπτοντας πολέμους, δεν ισχύει πλέον.

Τα περσινά περιστατικά καταδεικνύουν ότι η έλλειψη ασφάλειας και ακεραιότητας ατόμων που μας παρέχουν ειδήσεις και πληροφορίες δεν έχει σύνορα.

Ταυτόχρονα, πρέπει να δοθεί έμφαση και σε ένα άλλο ανησυχητικό γεγονός – το ότι οι γυναίκες δημοσιογράφοι υφίστανται περισσότερες επιθέσεις από ό,τι οι άντρες συνάδελφοί τους.

Γι’ αυτό θέλω να υπογραμμίσω την ανάγκη για δημιουργία ασφαλών συνθηκών εργασίας για όλους τους εργαζομένους στα μέσα ενημέρωσης, ώστε να συνεχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους με ασφάλεια και ανεξαρτησία.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης της πανδημίας, οι δημοσιογράφοι ανέλαβαν τον σημαντικότερο ρόλο στην επικοινωνία γεγονότων για τον COVID-19, έχοντας ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν μεγάλες επαγγελματικές προκλήσεις και δυσκολίες – από θέματα ασφάλειας της υγείας, μέχρι τις σοβαρές οικονομικές συνέπειες της πανδημίας και την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης.

Οι ψευδείς ειδήσεις, οι υποστηρικτές θεωριών συνωμοσίας και οι αντιεμβολιαστές έχουν προκαλέσει σύγχυση όλους αυτούς τους μήνες σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία, στη βάση, πάντα, δυστυχώς, αβάσιμων ισχυρισμών.

Οι σωστές και πραγματικές πληροφορίες ήταν – και εξακολουθούν να είναι – το κλειδί για την αντιμετώπιση αυτού του ιού και η βιομηχανία των μέσων ενημέρωσης παραμένει η κύρια πηγή αξιόπιστων πληροφοριών.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το Συνέδριο θα προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για μια γόνιμη ανταλλαγή ιδεών μεταξύ των Υπουργών αρμόδιων για τα Μέσα Ενημέρωσης και την Κοινωνία της Πληροφορίας του Συμβουλίου της Ευρώπης και των συμμετεχόντων, μεταξύ των οποίων υπάρχουν ακαδημαϊκοί, μέλη της κοινωνίας των πολιτών και της τεχνολογικής και επιχειρηματικής κοινότητας.

Επίσης, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Διακήρυξη που θα εγκριθεί στο τέλος του Συνεδρίου θα παρέχει την ξεκάθαρη δέσμευση για να προωθηθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή αποφάσεων σε αριθμό τομέων προτεραιότητας και θα θέσει την ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου στο θέμα της ελευθερίας της έκφρασης.

Σας ευχαριστώ πολύ και σας καλωσορίζω, ακόμη μια φορά στο Συνέδριο.