Δρ Α. Διέτη: Πλήρης η ανοσολογική κάλυψη από φυσική ανοσία

Η πανδημία του Sars-Cov-2 αναμένεται να υποχωρήσει, αλλάζοντας σε ενδημική νόσο, όπως αυτή του ιού Influenza, υποστήριξε, μιλώντας στον «Φ», η κυτταρική ανοσολόγος, Δρ Αναστασία Διέτη.

Εξηγεί ότι η φύση κάθε ιού είναι να μεταλλάσσεται μέσα στον ίδιο του τον ξενιστή, αλλά και μεταξύ ξενιστών, είτε αυτοί αποτελούν ανθρώπους ή/και ζώα, υπογραμμίζοντας ότι οι μεταλλάξεις είναι λιγότερο επικίνδυνες, όσο ένας ιός περιορίζεται σε ένα είδος ξενιστή (μεταξύ ανθρώπων), όπως δείχνουν μελέτες εξέλιξης του ιού influenza.

Τονίζει ότι η φυσική ανοσία παρέχει πλήρη ανοσολογική κάλυψη στον άνθρωπο, αλλά αποτελεί επικίνδυνη προσέγγιση σε άτομα με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα (π.χ. άτομα > 60, άτομα ανοσοκατασταλμένα/μεταμοσχευμένα). Επισημαίνει επίσης ότι ο εμβολιασμός αποτελεί προσέγγιση με χαμηλότερη επικινδυνότητα στο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, αλλά με την αναγκαιότητα επανάληψης κάθε 12 μήνες με εμβόλια, που συμπεριλαμβάνουν καινούργιες δομές μετάλλαξης του ιού.

Αναφέρεται ακόμη στις προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούν τα εμβόλια, ώστε να αποτρέπεται το φαινόμενο της Αντισωματοεξαρτώμενης Ενίσχυσης (Adibody Dependent Enhancement), ενώ σημειώνει ότι σε ομάδες ανθρώπων ή άτομα με ιστορικό αυτοάνοσων ασθενειών πρέπει να γίνεται ιατρική κατατόπιση πριν τον εμβολιασμό, τονίζοντας ότι δεν πρέπει κανείς να συμπεραίνει πως η χρήση εμβολίων σε αυτές τις περιπτώσεις θα είναι 100% ασφαλής, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα μελετών, που αφορούν τη μοριακή μίμηση.

– Στην αρχή γινόταν λόγος για ποσοστό εμβολιασμού γύρω στο 65% για να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης. Πρόσφατα επιστήμονες εξέφρασαν την θέση ότι πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για ποσοστά αγέλης, καθώς δεν θα εξαφανιστεί ο ιός. Πώς το σχολιάζετε;

– Σε μια προηγούμενη συνέντευξη, αναφέρθηκα στην απουσία προκαθορισμένου «μαγικού» ποσοστού ανόσιας που θα οδηγήσει σε ανοσία αγέλης. Το ποσοστό αυτό εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως ποσοστό μεταδοτικότητας, επικίνδυνων περιστατικών νόσου, δοσολογία, είδος και αποτελεσματικότητα των εμβολίου που χρησιμοποιούνται, ποσοστά ατόμων που νόσησαν ανακτώντας ανοσία κ.ά.

Ξεκαθαρίζω πως το να έχει ανακτήσει κανείς ανοσία δεν σημαίνει πως είναι άτρωτος. Η ανάκτηση μνήμης στην πιο επίκαιρη μορφή ενός παθογόνου, παρέχει την απαιτούμενη προστασία, για να μπορεί κανείς να ανταπεξέλθει γρήγορα μετά από επιμόλυνση. Οι συχνές μεταλλάξεις, που παρατηρούνται σε κορωνοϊούς κοινών κρυολογημάτων ήταν, είναι και θα παραμείνουν αναμενόμενες και για αυτόν το λόγο ιοί, όπως ο Sars-Cov-1, ο MERS-Cov και άλλοι κορωνοϊοι του είδους, επανέρχονται συνεχώς μετά από ορισμένα χρόνια. Είτε το θέλουμε είτε όχι, οι ιοί αυτοί έχουν στη διάθεση τους μια τεράστια γενετική διαθεσιμότητα ανθρώπινου και ζωικού γενετικού υλικού, γεγονός που προωθεί συχνές μεταλλάξεις.

Η χρήση εμβολίων αποτελεί γρήγορο τρόπο αντιμετώπισης, βοηθώντας τους ευάλωτους να ανακτήσουν ανοσολογική μνήμη, νοσώντας ανώδυνα και μειώνοντας τα ποσοστά θνησιμότητας τους. Η άποψη μου είναι πως πανδημία του Sars-Cov-2 αναμένεται να υποχωρήσει, αλλάζοντας σε ενδημική νόσο, όπως αυτή του ιού Influenza (Nature, 2021).

–   Η τεχνητή ανοσία που επιτυγχάνεται από την λήψη εμβολίων διαφέρει από την φυσική ανοσία; Ειδικότερα ως προς το θέμα της διάρκειας τι ισχύει;

– Η φυσική ανοσία αποτελεί αποτέλεσμα επιτυχημένης ανταπόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος στην ολοκληρωμένη μορφή ενός παθογόνου και η κυτταρική και χημική ανοσία (αντισώματα) μπορούν να αναγνωρίσουν την όποια δομή του παθογόνου αυτού. Εάν το παθογόνο υποστεί αλλαγές, λόγω μετάλλαξης, το ανοσοποιητικό σύστημα έχει την ευχέρεια να αναγνωρίσει επιτυχώς και γρήγορα τις υπόλοιπες σταθερές δομές του παθογόνου. Ειδικά αντισώματα επικαλύπτουν το παθογόνο, αναγνωρίζοντας αντίστοιχες δομές, κάνοντας το ορατό σε ειδικά ανοσοκύτταρα υπεύθυνα για την καταστροφή του.

Η ανοσία μέσω εμβολιασμού με τα παρόντα εμβόλια, κατευθύνει την αντίδραση του οργανισμού κατά συγκεκριμένων βιοχημικών δομών που περιέχουν. Τα εμβόλια Pfizer/Moderna, περιέχουν mRNA, το οποίο μεταφράζεται και παρουσιάζεται ως η πρωτεΐνη ακίδα του Sars-Cov-2. Τα εμβόλια AstraZeneca/Johnson & Johnson, περιέχουν διάφορες πρωτεϊνικές δομές του ιού. Και στους δύο τύπους εμβολίων, η παρουσίαση πρωτεϊνικών δομών σε ανοσοκύτταρα, οδηγούν στην παραγωγή αντισωμάτων, που αναγνωρίζουν τις συγκριμένες δομές. Αντίθετα, κατά τη φυσική ανοσία, τα αντισώματα που παράγονται από τον οργανισμό έχουν την ευχέρεια να αναγνωρίσουν συνολικά όλες τις δομές του ιού. Στην περίπτωση μετάλλαξης, τα παρόντα εμβόλια δεν αναμένονται να παρέχουν ολική αναγνώριση της καινούργιας μορφής και σε μια τέτοια περίπτωση το ανοσοποιητικό σύστημα θα πρέπει να αναγνωρίσει ξανά από την αρχή το καινούριο στόχο. Αυτό αποτελεί χάσιμο πολύτιμου χρόνου και μειωμένη ανταπόκριση.

Από τη μια πλευρά η φυσική ανοσία παρέχει πλήρη ανοσολογική κάλυψη, από την άλλη αποτελεί επικίνδυνη προσέγγιση σε άτομα με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα (π.χ. άτομα >60, άτομα ανοσοκατασταλμένα/μεταμοσχευμένα). Ο εμβολιασμός αποτελεί προσέγγιση με χαμηλότερη επικινδυνότητα στο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, αλλά με την αναγκαιότητα επανάληψης κάθε 12-μήνες με εμβόλια που συμπεριλαμβάνουν καινούργιες δομές μετάλλαξης του ιού.

– Πώς αξιολογείτε την επίτευξη ανοσίας μέσω της νέας μεθόδου εμβολίων mRNA;

– Σε μελέτες για την ασφάλεια και αποδοτικότητα του εμβολίου Sars-Cov-2-mRNA-1273 σε ενήλικες (18-55) παρατηρήθηκαν μέτρια συμπτώματα, εξαρτώμενα από τη δόση και επανάληψη εμβολιασμού (Anderson et al., 2020). Η εξουδετέρωση του ιού από ειδικά αντισώματα φαίνεται παρόμοια σε νεαρούς και ενήλικες, συνοδευόμενη από σχετικά καλές Τ-κυτταρικές αντιδράσεις, αποδεικνύοντας πως τα εμβόλια mRNA μπορούν να προωθήσουν ενεργή ανοσία, χωρίς όμως να μπορεί κανείς να εγγυηθεί τον βαθμό παροχής ατομικής προστασίας, μια και τέτοια επαλήθευση έχει υψηλό κόστος.

– Στην Κύπρο έχουν ανακοινωθεί θάνατοι από κορωνοϊό ατόμων που είχαν λάβει και τις 2 δόσεις των εμβολίων. Πώς εξηγείται αυτό επιστημονικά; Πώς εξηγείται επίσης το γεγονός ότι ένας εμβολιασμένος για κορωνοϊό μπορεί να συνεχίσει να μεταδίδει ή και να νοσεί;

– Καμία εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί και κανένα πόρισμα δεν υπάρχει, χωρίς τεκμηριωμένη επιστημονική διάγνωση και εργαστηριακή διερεύνηση των αιτιών θανάτου. Ουδείς εμβολιασμένος με το όποιο εμβόλιο παραμένει άτρωτος στο εν λόγω παθογόνο, μπορεί και να μολυνθεί ξανά, όπως και να μεταδώσει τον ιό. Παρόλα αυτά το ανοσοποιητικό σύστημα ενός εμβολιασμένου ατόμου έχει προβάδισμα σε σχέση με τον ρυθμό εξάπλωσης του ιού, λόγω ανοσολογικής μνήμης και σε λιγότερο από 24-48 ώρες επιτυγχάνει την εκκαθάριση του παθογόνου από τον οργανισμό του. Κατ’ επέκταση σε εμβολιασμένα άτομα το ποσοστό μετάδοσης του ιού είναι χαμηλότερο σε σχέση με άτομα που πρώτη φορά εκτίθενται στον ιό. Με τον ίδιο μηχανισμό, άτομα που έχουν νοσήσει στο παρελθόν έχουν χαμηλό ποσοστό μετάδοσης.

Σημαντικό είναι να σημειωθεί πως η φύση κάθε ιού είναι να μεταλλάσσεται μέσα στον ίδιο του τον ξενιστή, αλλά και μεταξύ ξενιστών, είτε αυτοί αποτελούν ανθρώπους ή/και ζώα. Οι μεταλλάξεις είναι λιγότερο επικίνδυνες όσο ένας ιός περιορίζεται σε ένα είδος ξενιστή (μεταξύ ανθρώπων), όπως δείχνουν μελέτες εξέλιξης του ιού influenza (Xue et al., 2018).

-Ως ειδικός που ασχολείστε με κυτταρική ανοσία και αυτοάνοσα νοσήματα, θα θέλαμε να μας πείτε κατά πόσον έχουν γίνει κλινικές μελέτες στα παρόντα εμβόλια για το κορωνοϊό, σχετικά με αυτοάνοσα νοσήματα;

-Δεν υπάρχουν ακόμα κυτταρικές/μοριακές έρευνες, που να μελετούν αυτοάνοσες παρενέργειες. Υπάρχουν όμως κλινικές μελέτες, που δείχνουν παρόμοια συμπτώματα, μετά από εμβολιασμό με τις δύο δόσεις εμβολίων Pfizer και AstraZeneca σε υγιή άτομα και άτομα με αυτοάνοσα (Broekel et al., 2021). Μελέτες δείχνουν πως περίπου 20% του πληθυσμού που νοσεί βαριά παρουσιάζει αυτοάνοσες παρενέργειες (Rodriguez et al., 2020) λόγω μοριακής μίμησης, όπου παρατηρείται ομοιότητα μεταξύ πρωτεϊνών του ιού και του ανθρώπινου οργανισμού (Toscano et al., 2020). Ως αποτελέσματα το ανοσοποιητικό σύστημα στην προσπάθεια να εξαλείψει τον ιό, επιτίθεται σε δομές του σώματος. Αντισώματα και Τ-κύτταρα, που αντιδρούν κατά του οργανισμού, αποτελούν πλέον μέρος της ανοσολογικής μνήμης και δράστες αυτοάνοσων νόσων.

Τέτοιες αυτοαντιδράσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη δημιουργία εμβολίων, όπου χρησιμοποιούνται ως βάση δομές του ιού. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να γίνεται ιατρική κατατόπιση πριν τον εμβολιασμό. Δεν πρέπει κανείς να συμπεραίνει πως η χρήση εμβολίων σε ομάδες ανθρώπων ή άτομα με ιστορικό αυτοάνοσων ασθενειών ότι θα είναι 100% ασφαλής, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα μελετών, που αφορούν τη μοριακή μίμηση.

– Επιστήμονες ανέδειξαν την ADE (Αntibody Dependent Enhancement) ως ένα πρόβλημα που μπορεί να εμφανιστεί με τα νέα εμβόλια. Tι λένε μέχρι στιγμής τα επιστημονικά δεδομένα; Υπάρχει τέτοιος κίνδυνος;

– Τα εμβόλια κατά των ιών, ειδικά όταν δεν προκαλούν δυνατές αντιδράσεις, καταλήγουν σε αυτό που ονομάζεται ADE (Αντισωματοεξαρτώμενη Ενίσχυση). Πρέπει να γίνει κατανοητή η έννοια ADE στον πολίτη, ο οποίος βομβαρδίζεται καθημερινά με επιστημονικές έννοιες. Το ADE συμβαίνει όταν, τα αντισώματα που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια μιας ανοσοαπόκρισης αναγνωρίζουν και συνδέονται με ένα παθογόνο, αλλά δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν τη μόλυνση, αντ ‘αυτού, αυτά τα αντισώματα δρουν ως «δούρειος ίππος», επιτρέποντας στο παθογόνο να εισέλθει στα κύτταρα και να επιδεινώσει την ανοσολογική απόκριση.  Αποτελεί, λοιπόν, μηχανισμό, κατά τον οποίο αντισώματα που δεσμεύουν τον ιό, προωθούν την φαγοκυττάρωση από ειδικά κύτταρα (φαγοκύτταρα) του οργανισμού. Με την είσοδο του στα φαγοκύτταρα, ο ιός απελευθερώνεται από το αντίσωμα στο εσωτερικό του κυττάρου και αντί να καταστραφεί, πολλαπλασιάζεται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ξεγελάει το ανοσοποιητικό σύστημα, ξεφεύγοντας από μηχανισμούς καταστροφής και παρουσίασης του σε ανοσοκύτταρα, συνεχίζοντας τον πολλαπλασιασμό του εντός των κυττάρων του οργανισμού.

Αιτία του φαινομένου ADE αποτελεί η αδύναμη δέσμευση του ιού από αντισώματα, οδηγώντας στην αποκόλληση του από το σύμπλεγμα ιού-αντισώματος (Takano et al., 2019) μετά την είσοδο του στο φαγοκύτταρο. Με αυτόν τον τρόπο ο ιός μπορεί να μολύνει κύτταρα του οργανισμού, χωρίς την απαραίτητη δέσμευση του υποδοχέα ACE2, στον οποίο προσκολλάται μέσω της πρωτεϊνική του ακίδας (Yip et al., 2014).

Στη δημοσίευση τους οι Wen et al.2020 αναλύουν τις προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούν τα παρόντα εμβόλια, έτσι ώστε να αποφεύγεται η επιδείνωση της ασθένειας μέσω ADE, κάνοντας ειδική αναφορά στη δοσολογία, έτσι ώστε να παράγονται υψηλά ποσοστά ειδικού αντισώματος κατά του ιού και συνιστούν πως τα εμβόλια δεν θα πρέπει να στοχεύουν μόνο τη πρωτεϊνική ακίδα του ιού. Η δέσμευση της πρωτεϊνικής ακίδας από ειδικά αντισώματα μπορεί ναι, μεν, να μπλοκάρει τη δέσμευση του υποδοχέα ACE2 και την είσοδο του ιού σε κύτταρα, αλλά από την άλλη, η δέσμευση από ειδικό αντίσωμα αποτελεί μια διαλλακτική πρόσβαση του ιού μέσα στα φαγοκύτταρα του οργανισμού, χωρίς την προαπαιτούμενη δέσμευση του υποδοχέα ACE2.

ΔΡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΕΤΗ

H Δρ Αναστασία Διέτη είναι κυτταρικός ανοσολόγος με ειδικότητα σε μηχανισμούς ανοσορύθμισης  αυτοάνοσων ασθενειών. Κατέχει BSc Immunology και PhD Immunology από το King’s College London. Από 2013-2015 συνέβαλε στη δημιουργία του μεταπτυχιακού προγράμματος MSc Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και ανέλαβε την διδασκαλία του σε επαγγελματίες κλινικών εργαστηρίων ανά το παγκύπριο. Από το 2018-2020 διετέλεσε χρέη part time Καθηγήτριας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπου δίδαξε το μάθημα βασικής ανοσολογίας σε φοιτητές Φαρμακευτικής. Τώρα δρα ως σύμβουλος υγείας σε ιδιωτική εταιρεία, αλλά παράλληλα διατηρεί ερευνητική συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου για τη μελέτη ανοσορυθμιστικών μηχανισμών προς θεραπεία αυτοάνοσων παθήσεων.

Philenews