Αστυνομικοί προδικάζουν τη… δίκη

Όλοι πλέον έχουν πεισθεί ότι το σύστημα δικαιοσύνης στην Κύπρο πάσχει. Πάσχει όμως όχι μόνο στο τελικό στάδιο αλλά από την αρχή της όλης διαδικασίας. Δεν χωλαίνει μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, ούτε μόνο στα γραφεία της γενικής εισαγγελίας.

Όπως μας καταγγέλλεται η αποφασιστική δρομολόγηση μιας υπόθεσης που καθορίζει και την τελική έκβασή της γίνεται κατά την πρώιμη εξέτασή της. Συγκεκριμένα σε πολλές περιπτώσεις ο αστυνομικός ανακριτής που αναλαμβάνει την εξέταση μιας υπόθεσης καθορίζει με τη στάση του κατά τη διερεύνησή της, προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα. Κατά τη λήψη των καταθέσεων φροντίζει με έντεχνο τρόπο να βοηθήσει, ανάλογα με τις γνωριμίες και τις σχέσεις του, τον έναν εκ των δυο ενδιαφερομένων μερών.

Ιδιαίτερα αυτό γίνεται σε περιφερειακούς αστυνομικούς σταθμούς των πόλεων και εκείνους της υπαίθρου όπου δεν ασκείται σοβαρός έλεγχος εκ των άνω. Έτσι ο αστυνομικός που αναλαμβάνει τη διερεύνηση, κατά τη λήψη των καταθέσεων φροντίζει να δώσει και τις ανάλογες κατευθύνσεις. Για παράδειγμα αν θέλει να βοηθήσει τον καταγγελλόμενο, κατά τη λήψη κατάθεσης από τον παραπονούμενο έχει τον τρόπο να καταστήσει την κατάθεση ανώδυνη για τον ευνοούμενό του. Παραλείπει να ρωτήσει και να περιλάβει στην κατάθεση, ουσιώδη στοιχεία για την υπόθεση, ενώ παρεμποδίζει τον παραπονούμενο να αναφέρει τέτοια στοιχεία λέγοντας ότι δεν αφορούν την υπόθεση, ή ότι είναι περιττά. Στο τέλος συντάσσει μια κατάθεση ελλιπή, κατευθυνόμενη και οπωσδήποτε μεροληπτική, κάτι που κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου παίζει σημαντικό ρόλο.

Το ίδιο μπορεί να κάνει αν θέλει να βοηθήσει και να ευνοήσει τον καταγγέλλοντα. Τότε από τη μια συντάσσει κατάθεση σαφώς υπέρ του ενώ από την άλλη η κατάθεση του υπόπτου ή καταγγελλόμενου παρουσιάζεται με κενά και ελλείψεις. Αυτό επιτυγχάνεται αφού ο ερευνών αστυνομικός ρωτά ό,τι θέλει ή αποφεύγει να ρωτήσει για ουσιώδη για την υπόθεση θέματα. Πολλές φορές μάλιστα ο αστυνομικός θα επικαλεστεί έλλειψη χρόνου, θα πει ότι «αυτά που λες δεν ενδιαφέρουν την υπόθεση και δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, δεν χρειάζεται να τα περιλάβουμε αυτά» κ.ο.κ.

Μάλιστα όπως μας καταγγέλθηκε σε μια, τουλάχιστον περίπτωση ο αστυνομικός που ανέλαβε την εξέταση υπόθεσης και τη λήψη κατάθεσης, είχε το ίδιο επίθετο με ένα από τους δυο ενδιαφερόμενους κάτι που πιθανόν να «μυρίζει» και σύγκρουση συμφέροντος.

Αλλά υπάρχει και άλλο ένα σημαντικό ζήτημα που έχει να κάνει με την καίρια πτυχή της συμπεριφοράς των αστυνομικών οι οποίοι θεωρούν σε πολλές περιπτώσεις ότι είναι απόλυτοι άρχοντες  και συμπεριφέρονται προς τους πολίτες με αγενή και προσβλητικό τρόπο. Οι συμπεριφορές αυτές αναπτύσσονται κατά την προσέλευση πολιτών στους αστυνομικούς σταθμούς για να υποβάλουν κάποιο παράπονο ή κάποια καταγγελία. Τις πιο πολλές περιπτώσεις, χωρίς να ακουστούν, αποπέμπονται κακήν κακώς από τους αστυνομικούς οι οποίοι προφασίζονται διάφορες δικαιολογίες για να μην αναλάβουν την υπόθεση. Τέτοια παράπονα έχουν φτάσει πολλά κοντά μας και είναι καιρός η ηγεσία της Αστυνομίας να προβεί στις δέουσες ενέργειες και συστάσεις προς τα μέλη της δύναμης.