Ας ξαναδούμε το πρόγραμμα διαβατηρίων

Ακούμε τον τελευταίο καιρό για σχέδια και πλάνα ανάκαμψης της κυπριακής οικονομίας, ύστερα από τα πλήγματα που δέχθηκε, κυρίως εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού. Παράλληλα όμως οι πολίτες διαβλέπουν ότι τους περιμένει δύσκολη περίοδος καθώς οι τιμές βασικών προϊόντων τόσο καταναλωτικών, όσο και εκείνες που αφορούν πρώτες ύλες και άλλων, όπως καύσιμα και ενέργειας έχουν σκαρφαλώσει στα ύψη, κάνοντας τη ζωή μεγάλου μέρους του πληθυσμού δύσκολη.

Το ζητούμενο σε μια τέτοια δύσκολη κατάσταση είναι να αναζωογονηθεί η οικονομία, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, έτσι ώστε τα νοικοκυριά να έχουν τα απαραίτητα έσοδα για μια πιο άνετη ζωή.

Όπως είναι καλά γνωστό ένας από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας μας, ο τουρισμός υποφέρει τα τελευταία δυο χρόνια αφού δέχτηκε καίρια κτυπήματα από τον κορονοϊό. Η κάποια ανάκαμψη τους τελευταίους μήνες απέχει πολύ από τους δείχτες προηγούμενων χρόνων.

Επίσης ο τομέας των υπηρεσιών όπως και ο τραπεζικός δέχονται συνεχείς πιέσεις και ήδη έχουν υποχωρήσει πολύ με μέτρα που πήρε η Κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα καθ’ υπόδειξη των Βρυξελών. Πρόσθετα εκείνο το περίφημο πρόγραμμα των πολιτογραφήσεων έσπευσε η Κυβέρνηση θορυβημένη από διάφορα παρατράγουδα αλλά και με εξωτερικές παρεμβάσεις, να το καταργήσει, επιφέροντας επιπλέον κτύπημα στην οικονομία.

Ήταν μια λανθασμένη, πέρα ως πέρα απόφαση. Η Κυβέρνηση επιδεικνύοντας υπέρμετρη ευαισθησία εφάρμοσε το γνωστό «πονάει δόντι, κόβει κεφάλι». Κι όμως υπήρχε κι άλλος δρόμος. Θα μπορούσε να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις, να πάρει αυστηρότερα μέτρα, να εξασφαλίσει ότι το πρόγραμμα θα λειτουργούσε και θα εφαρμοζόταν με βάση την κυπριακή και ευρωπαϊκή νομοθεσία χωρίς παρεκκλίσεις και χωρίς τη δυνατότητα οποιωνδήποτε τρίτων να τις παρουσιάζει.

Δεν γνωρίζουμε πού βρίσκεται το θέμα. Ούτε ποια είναι τα σχέδια της Κυβέρνησης. Αφού όμως η ίδια η Κυβέρνηση αλλά και όλες οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούσαν ότι το πρόγραμμα των πολιτογραφήσεων ήταν επωφελές για την οικονομία, γιατί να μη το επαναφέρουν; Μάλιστα τώρα είναι ο κατάλληλος χρόνος. Τώρα που καταβάλλεται προσπάθεια αναθέρμανσης της οικονομίας. Κι όλοι γνωρίζουμε καλά πόσο σημαντικός είναι ο κατασκευαστικός τομέας και πόσο καταλυτικός θα είναι ο ρόλος του σε μια τέτοια περίπτωση. Αυτός κι αν θα παίξει τον ρόλο της ατμομηχανής της οικονομίας μας, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και κινώντας επί μέρους κλάδους. Το πρόγραμμα των πολιτογραφήσεων μπορεί να προσφέρει σημαντικά στην οικονομία αφού θα βοηθήσει να εισρεύσει στην αγορά και στα κρατικά ταμεία φρέσκο χρήμα.

Θεωρούμε μάλιστα ότι οι συγκυρίες είναι αρκετά ευνοϊκές, αν κανείς λάβει υπόψη ότι ένας σημαντικός ανταγωνιστής μας η Βρετανία έχασε μέρος των πλεονεκτημάτων που είχε, ύστερα από την έξοδό της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με την πρότασή μας αυτή δεν προτείνουμε να επανέλθουμε στα παλιά. Ούτε υποστηρίζουμε την ασυδοσία και την άκριτη πώληση διαβατηρίων και παραχώρηση κυπριακής υπηκοότητας στον κάθε τυχόντα. Θέλουμε κριτήρια, αυστηρά κριτήρια και προϋποθέσεις για να κλείσουμε και στόματα καλοθελητών που μας υποσκάπτουν. Πιστεύουμε ότι με την θεσμοθέτηση αυστηρότερων κριτηρίων η Κύπρος δεν θα γίνει λιγότερο ελκυστικός προορισμός. Αντίθετα. Θα προσελκύσει σοβαρότερους και οικονομικά στιβαρούς επενδυτές. Θεσπίζοντας νέους κανονισμούς πολιτογράφησης ξένων επενδυτών, θα κατευνάσουμε τις ανησυχίες της Κομισιόν και θα καταστούμε πειστικοί και ειλικρινείς εταίροι.

Επιμένουμε ότι είναι καιρός το θέμα να επανέλθει και να συζητηθεί σοβαρά, τόσο με τις πολιτικές δυνάμεις και με τους άλλους εμπλεκομένους όπως είναι ο τραπεζικός τομέας και ο επιχειρηματικός κόσμος ώστε με διαφάνεια να ληφθούν αποφάσεις.

Η Μάλτα που είχε το ίδιο πρόβλημα μ’ εμάς φρόντισε να διορθώσει τα κακώς έχοντα και να δώσει συνέχεια στο δικό της πρόγραμμα. Μετά τις επικρίσεις που δέχτηκε από τις Βρυξέλες δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Σήκωσε τα μανίκια και εξέδωσε νέους κανονισμούς και αυστηρότερα κριτήρια δέουσας παρέχοντας τα εχέγγυα ότι η υπηκοότητα θα πηγαίνει στα σωστά πρόσωπα. Μάλιστα το νέο πρόγραμμα της Μάλτας διανθίζεται με περισσότερα διαδικαστικά θέματα, αλλά το κόστος επιβαρύνει την τσέπη του ενδιαφερόμενου επενδυτή.

Εύκολα μπορεί κανείς να διεξέλθει το πρόγραμμα αυτό για να διαπιστώσει ότι εύκολα μπορεί να υιοθετηθεί και από τη Λευκωσία, με τις απαραίτητες πάντα προσαρμογές. Η ουσία όμως είναι ότι θα εφαρμοστεί και θα λειτουργήσει υπέρ της κυπριακής οικονομίας και στο τέλος-τέλος του κύπριου πολίτη και καταναλωτή βγάζοντας όλους από τη δεινή οικονομική θέση που βρισκόμαστε και η οποία προβλέπεται ακόμα πιο μαύρη για πολλές ομάδες πληθυσμού αν δεν ληφθούν μέτρα. Έτσι όπως αμέσως μετά την κρίση του 2013 εφαρμόστηκε το πρόγραμμα και έδωσε ανάσες το ίδιο μπορεί να γίνει τώρα με πιο ώριμο τρόπο. Σοφότεροι και πιο έμπειροι μπορούμε να φέρουμε καλύτερα αποτελέσματα τη φορά αυτή.