Οι «αστυνομικοί» να γίνουν αστυνομικοί

Συχνό φαινόμενο είναι η απόδραση κρατουμένων μέσα από τα χέρια της Αστυνομίας. Είτε κατά τη διακίνησή τους, είτε και μέσα από αστυνομικούς σταθμούς και κελιά. Πριν μερικές μέρες δραπέτευσε κρατούμενος στην Πάφο, προχτές απέδρασε άλλος ενώ κρατείτο στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας, ενώ το ιστορικό τέτοιων περιστατικών είναι πλουσιότατο. Και τρέχουν πίσω από τα γεγονότα να τους βρουν, να τους συλλάβουν, να διατάξουν έρευνες και ανακρίσεις να βρουν ποιος και τι και γιατί.

Η συχνότητα των περιστατικών αυτών μαρτυρεί ότι οι αστυνομικοί και η Αστυνομία δεν μαθαίνουν από τα παθήματά τους. Και δεν μαθαίνουν για έναν απλούστατο λόγο. Λείπει εν πολλοίς ο επαγγελματισμός από τις τάξεις τις αστυνομίας. Υπάρχει χαλάρωση στην άσκηση των καθηκόντων, στην πειθαρχία, στον έλεγχο, στις απαιτήσεις που έχει προϊσταμένη αρχή από ένα σώμα ασφαλείας που εξ ορισμού πρέπει να έχει όλα τα προαναφερθέντα στον υπέρτατο βαθμό.

Αντίθετα αυτό που εύκολα μπορεί και ο απλός πολίτης να διαπιστώσει είναι απουσιάζει ο επαγγελματισμός, η πειθαρχία και η αυστηρή προσήλωση στο καθήκον. Είναι αρκετό να παρατηρήσει κανείς τα μέλη της Αστυνομίας όταν κινούνται στους δρόμους ή όταν προσέρχονται σε κάποια σκηνή για να εξετάσουν μια υπόθεση. Τους διακρίνει η ραθυμία, η νωχέλεια και η νωθρότητα. Πολλές φορές υπέρβαροι αστυνομικοί, εμφανώς αδιάφοροι ως προς την αποστολή τους, δίνουν την εντύπωση ότι εκτελούν αγγαρεία, επιχειρούν να εξετάσουν ή να διερευνήσουν κάποιο περιστατικό. Και είναι κάτι που το βλέπει όλος ο κόσμος αφού πολλές φορές τέτοιες εικόνες μεταδίδονται και από την τηλεόραση.

Αλλά και όταν το κοινό προσέρχεται σε κάποιο αστυνομικό τμήμα, την ίδια εικόνα συναντά. Αδιάφορους και βλοσυρούς αστυνομικούς, έτοιμους να εκραγούν γιατί τους χαλούν την ησυχία τους. Προσπαθούν με κάθε τρόπο και συνοπτικές διαδικασίες να απαλλαγούν από τον ανεπιθύμητο επισκέπτη. Αν δε η επαφή με τον αστυνομικό γίνεται τηλεφωνικώς τότε το δράμα είναι μεγαλύτερο

Είναι αυτές οι συμπεριφορές των οργάνων της τάξης που αφήνουν πολλές φορές υποθέσεις να εξελίσσονται μέχρι  τραγωδίες. Και παραδείγματα έχουμε πολλά. Ακόμα και πρόσφατα. Όσο το αρμόδιο υπουργείο, η ίδια η ηγεσία της αστυνομίας δεν παίρνει μέτρα και δεν έχει απαιτήσεις για ψηλά επίπεδα επαγγελματισμού αυτά θα έχουμε. Δεν είναι αρκετό να τίθενται αστυνομικοί σε διαθεσιμότητα και  να διατάσσονται έρευνες εκ των υστέρων και κατόπιν εορτής. Ούτε μας ικανοποιεί ότι στο τέλος θα συλληφθεί ο δραπέτης, αφού δαπανηθεί χρόνος και χρήμα, ούτε αν κάποιο έγκλημα θα εξιχνιασθεί από τη στιγμή που θα μπορούσε να προληφθεί.

Το τελευταίο περιστατικό με την απόδραση κρατουμένου από τον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας είναι χαρακτηριστικό της επικρατούσας νοοτροπίας. Τη στιγμή που ο σταθμός, κατά τους ισχυρισμούς των αστυνομικών, ήταν γεμάτο κόσμο (επισκέπτες αλλά και εργαζόμενους για συντήρηση του κτιρίου) ο κρατούμενος αφήνεται αφύλακτος, χωρίς χειροπέδες να περιφέρεται μεταξύ αγνώστων και εύκολα να διολισθαίνει και να φεύγει σαν κύριος από τον σταθμό χωρίς κανείς να τον υποψιαστεί. Να πώς περιγράφονται σε ρεπορτάζ στον τύπο οι συνθήκες απόδρασής του:

 «Τα μέλη του σταθμού τον μετακίνησαν από το κελί, στο δωμάτιο επισκεπτών όπου και τον ετοίμασαν για να τον παραλάβει περιπολικό με την άφιξη του, ενώ του είχαν αφαιρέσει τις χειροπέδες.

Η πόρτα ασφαλείας του συγκεκριμένου δωματίου έκλεισε αλλά δεν κλείδωσε και ενδεχομένως με τη χρήση αντικειμένου, ο 24χρονος κατάφερε να αποδράσει. Μάλιστα η συγκεκριμένη πόρτα δεν διαθέτει χερούλι από τη μέσα πλευρά.

Κατά τη δεδομένη στιγμή της απόδρασης στον σταθμό υπήρχε αρκετός κόσμος, όπως και συνεργείο των Δημοσίων Έργων που εκτελούσε εργασίες, ενώ πέντε πολίτες ανέμεναν στην είσοδο για να προβούν σε καταγγελίες. Ο 24χρονος πέρασε από μπροστά τους χωρίς να κινήσει υποψίες και εξήλθε από την κύρια είσοδο του σταθμού.»

Με τέτοιες συμπεριφορές και τέτοια επαγγελματική προσέγγιση το ερώτημα είναι γιατί δεν έχουμε και χειρότερα. Υπάρχει όμως χρόνος.