Χαιρετισμός της Υφυπουργού Πολιτισμού Δρος Βασιλικής Κασσιανίδου στην τελετή επίδοσης Πιστοποιητικού Αναγνώρισης στο Βυζαντινό Μουσείο και Πινακοθήκη του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, στο Βυζαντινό Μουσείο και Πινακοθήκη, Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄

22

Με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση βρισκόμαστε σήμερα εδώ για την επίδοση Πιστοποιητικού Αναγνώρισης στο Βυζαντινό Μουσείο και Πινακοθήκη του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Με βάση τη νομοθεσία που προνοεί για την Αναγνώριση Ιδιωτικών Μουσείων και Μουσείων των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το πιστοποιητικό αναγνώρισης χορηγείται σε ένα μουσείο αφού η αίτηση τους έχει εξεταστεί και εγκριθεί από την αρμόδια επιτροπή του Υφυπουργείου Πολιτισμού.

Σκοπός αυτής της νομοθεσίας είναι η ανάδειξη, προαγωγή και εμπέδωση βέλτιστων πρακτικών που αφορούν τόσο σε θέματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας των μουσείων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, όσο και σε θέματα που αφορούν στις υπηρεσίες που αυτά προσφέρουν προς το κοινό που τα επισκέπτεται. Για να μπορέσει ένα μουσείο να εξασφαλίσει Πιστοποιητικό Αναγνώρισης θα πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις αναγνώρισης που καταγράφονται στον Νόμο, οι οποίες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα  συνθηκών που πρέπει απαραίτητα να ισχύουν, ώστε να διασφαλίζεται η καταλληλότητα των κτηριακών του εγκαταστάσεων για χρήση τους ως μουσείο, η επαρκής ερμηνεία, ολοκληρωμένη τεκμηρίωση και συντήρηση των συλλογών του, η σωστή οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία του, καθώς επίσης και η ανεμπόδιστη πρόσβαση και παροχή των απαραίτητων διευκολύνσεων προς το κοινό που το επισκέπτεται.

Τα οφέλη που μπορεί να έχει ένα αναγνωρισμένο μουσείο είναι σημαντικά, όπως:

– η αύξηση του κύρους του, γεγονός που δημιουργεί σταθερά ευνοϊκές συνθήκες για την προσέλκυση επισκεπτών και χορηγών,

– η ενίσχυση του εκτοπίσματος του ως εκπαιδευτικού και πολιτιστικού οργανισμού και η ισχυροποίηση του ρόλου του ως κύτταρο πολιτιστικής δραστηριοποίησης,

– η υλοποίηση αναπτυξιακών έργων, δραστηριοτήτων και προγραμμάτων μέσω των ευκαιριών χρηματοδότησης που προσφέρει το «Σχέδιο για την Παραχώρηση Κρατικής Χορηγίας σε Αναγνωρισμένα Μουσεία», το οποίο αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα της νομοθεσίας και παράλληλα το χρηματοδοτικό εργαλείο το οποίο την ολοκληρώνει ως πολιτική, και

– η δικτύωση του με άλλα αναγνωρισμένα μουσεία, συμβάλλοντας έτσι, μεταξύ άλλων, και στη δημιουργία κοινότητας αναγνωρισμένων μουσείων που έχουν κοινά συμφέροντα, στόχους  και επιδιώξεις.

Το Βυζαντινό Μουσείο, όραμα της Εκκλησίας της Κύπρου ήδη από το 1920, εγκαινιάστηκε το 1982, ως τμήμα του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Από τότε όμως και για περισσότερα από είκοσι χρόνια, λόγω της τουρκικής εισβολής και της λεηλασίας του κατεχόμενου μέρους της Κύπρου, λειτούργησε κυρίως ως αποθετήριο εικόνων, χωρίς σαφή χρονική σειρά και χωρίς κάποια ξεκάθαρη πορεία για τον επισκέπτη. Η προσπάθεια επικεντρωνόταν κυρίως στη μελέτη του υπάρχοντος υλικού, και ιδιαίτερα στον εντοπισμό και στην ταυτοποίηση κλαπέντων θησαυρών από αρχαιοκάπηλους, προκειμένου να επαναπατρισθούν.

Χάρη στις ενέργειες αυτές, το Μουσείο αποτελεί σήμερα όχι μόνο τον θεματοφύλακα της εκκλησιαστικής πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας, αλλά μια πραγματική Κιβωτό μνήμης για τις επερχόμενες γενιές.

Από τον Μάρτιο του 2025, το ανακαινισμένο  Μουσείο μπήκε σε μια νέα εποχή. Με τη νέα μουσειολογική προσέγγιση που ακολουθείται, τα εκθέματα παρουσιάζονται πλέον με χρονολογική σειρά, καλύπτοντας την περίοδο από τον 4ο αιώνα έως τις αρχές του 18ου, δίνοντας έτσι μια ολοκληρωμένη και ενιαία εικόνα της καλλιτεχνικής παραγωγής ολόκληρης της Κύπρου επί σχεδόν δεκατέσσερις συναπτούς αιώνες.

Το άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα έχει την υπογραφή του μουσειογράφου Σπύρου Νάσαινα και της αρχιτέκτονος Πωλίνας Αντωνιάδου. Οι δύο συντελεστές έδωσαν σάρκα και οστά στο αφήγημα που επέλεξε η Διεύθυνση του Μουσείου για τον επισκέπτη. Κάθε ιστορική περίοδος παρουσιάζεται με διαφορετικό χρώμα στον περιβάλλοντα χώρο και με πληροφοριακό υλικό στα ελληνικά και τα αγγλικά. Τα κλαπέντα και επαναπατρισθέντα έργα συνοδεύονται από ειδικά αναλόγια, με εκτενείς πληροφορίες για τη διαδρομή τους στα χέρια των αρχαιοκάπηλων και τις διαδικασίες μέχρι την επιστροφή τους στην Κύπρο.

Πενήντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και τη λεηλασία των θησαυρών της κατεχόμενης Κύπρου παρουσιάζονται, για πρώτη φορά επανενωμένα, τα επαναπατρισθέντα σπαράγματα της ψηφιδωτής αψίδας της Παναγίας Κανακαριάς και οι δύο τοιχογραφικές συνθέσεις από τον Αντιφωνητή, Ρίζα Ιεσσαί και Δευτέρα Παρουσία. Αυτό κατέστη δυνατό χάρη στην οικονομική στήριξη και συνδρομή της ελβετικής κυβέρνησης στο πρόγραμμα αποκατάστασής τους, μέσω συνεργειών που αναπτύχθηκαν και στις οποίες, εκτός από το ίδιο το Βυζαντινό Μουσείο, συμμετείχαν και ειδικοί από το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και το Ινστιτούτο Κύπρου.

Κράνη για εικονική πραγματικότητα και ολογράμματα, πρόσθετες πληροφορίες μέσω ψηφιακών μέσων, όπως οι κωδικοί QR για τρισδιάστατες απεικονίσεις εκθεμάτων και μνημείων, ψηφιακοί χάρτες σε οθόνες αφής με βίντεο και άλλο φωτογραφικό υλικό ολοκληρώνουν τη μουσειακή εμπειρία.

Το Βυζαντινό Μουσείο και Πινακοθήκη του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ ήταν πάντοτε, από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του, και εξακολουθεί να παραμένει πρότυπο σωστής οργάνωσης και λειτουργίας και σημαντικός πυρήνας πολιτισμού στη ζωή της πρωτεύουσας.

Θερμά συγχαρητήρια αξίζουν σε όλους όσοι έχουν προσφέρει και εργαστεί τόσο για την από κάθε άποψη άψογη οργάνωσή του, όσο και για την εκπόνηση και υλοποίηση της μουσειολογικής μελέτης στην οποία στηρίζεται η  λειτουργία του.

Καλωσορίζουμε λοιπόν σήμερα το Βυζαντινό Μουσείο και Πινακοθήκη του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στην οικογένεια των αναγνωρισμένων μουσείων και ευχόμαστε στη Διοίκηση του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, όπως και στη διεύθυνση και στο προσωπικό του μουσείου, καλή συνέχεια και κάθε επιτυχία στο έργο τους.