H Λεμεσός συγκεντρώνει σήμερα όλα τα στοιχεία μιας πόλης με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, αφού φιλοξενεί χιλιάδες ξένους, οι οποίοι την έχουν επιλέξει ως τόπο διαμονής και δραστηριοποίησής τους, ενώ την ίδια ώρα έχει καταφέρει να ενσωματώσει πρόσφυγες από γειτονικές χώρες, που αναζητούν ένα καλύτερο αύριο. Aπό τους Ρώσους επιχειρηματίες, τους Πολωνούς εργάτες, μέχρι τους Σύρους πρόσφυγες, στην πόλη συνυπάρχουν οι…«δώδεκα φυλές του Ισραήλ», συνθέτοντας ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό κράμα.
Καθόλου τυχαίο, λοιπόν, δεν ήταν το γεγονός ότι έλαβε φέτος τoν τίτλο της πρώτης «Ευρωμεσογειακής Πρωτεύουσας Διαπολιτισμικού Διαλόγου», αφού η ειρηνική συμβίωση και η συνεργασία ανθρώπων από διάφορες εθνότητες που κατοικούν στην πόλη, κουβαλώντας μαζί τους την πολιτισμική τους διαφορετικότητα, αποτελεί πλέον καθημερινό βίωμα τόσο για τους Λεμεσιανούς, όσο και για τους ξένους υπηκόους, που δραστηριοποιούνται εκεί.
Και μπορεί, άλλωστε, να έχει καταφέρει να μετατραπεί σήμερα σε μια εξωστρεφή μεσογειακή πόλη, που διαθέτει τόσο τις υποδομές όσο και την τεχνογνωσία για να εξελίσσεται διαρκώς ως ένα σημαντικό περιφερειακό κέντρο τουριστικών, επιχειρηματικών και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, γνωρίζοντας, εντούτοις, κάποιος την ιστορία της Λεμεσού, αντιλαμβάνεται ότι το παρόν αποτελεί τη γόνιμη συνέχεια του παρελθόντος. Μια πολή στρατηγικά τοποθετημένη μεταξύ τριών ηπείρων, μέσα από τη μακρά ιστορία της, αποτέλεσε σημείο συνάντησης ανθρώπων από διάφορους πολιτισμούς και θρησκείες, κάτι που αποδεικνύουν τα ιστορικά μνημεία και οι χώροι πολιτιστικής κληρονομιάς της.
Η προσβασιμότητα της ως λιμάνι, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της, το εμπόριο και οι ευκαιρίες για απασχόληση, αποτελούν μόνο μερικούς από τους λόγους που οδήγησαν χιλιάδες ξένους να την επισκεφθούν κατά τη διάρκεια των χρόνων. «Η πόλη ήταν ανοικτή προς τους ξένους, απ’ όποιο τόπο κι αν προέρχονταν, ενσωματώνοντάς τους στο τοπικό στοιχείο», ανέφερε μιλώντας στον «Φ», o διευθυντής του Παττίχειου Δημοτικού Μουσείου, Ιστορικού Αρχείου και Κέντρου Μελετών Λεμεσού, Μίμης Σοφοκλέους.
«Η Λεμεσός δέχθηκε μεταναστευτικά κύματα, όπως τους Τσερκέζους που ήρθαν το 1864 και διέμειναν στην περιοχή του Φασουρίου, αφήνοντας πίσω τους την γνωστή κοινότητα Τσερκέζ Τσιφλίκ, τους πρόσφυγες της Χίου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τις μοδίστρες και τους φουρνάρηδες της Μικράς Ασίας, όπως και τους πρόσφυγες της τουρκικής εισβολής του 1974», επεσήμανε.
Οι προσφυγικές ροές και ο τρόπος που επηρέασαν την ιστορία της Λεμεσού αποτέλεσαν το θέμα του φετινού Επιστημονικού Συμποσίου Προφορικής Ιστορίας, που διοργάνωσε το Παττίχειο Δημοτικό Μουσείο – Ιστορικό Αρχείο και Κέντρο Μελετών Λεμεσού, το οποίο αποτέλεσε και την πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή του εν λόγω θέματος. Κύριοι ομιλητές του συμποσίου ήταν ο διεθνολόγος Χαράλαμπος Χρυσοστόμου, από την παρουσίαση του οποίου αντλήσαμε σημαντικές πληροφορίες και η Χριστίνα Κωνσταντίνου Ζαντή από το Γραφείο Ευρωπαϊκών Θεμάτων του Δήμου Λεμεσού.
Μέσα από τη διαδρομή στον χρόνο, καταγράφουμε εν συντομία τις διάφορες «φουρνιές» των μεταναστών και προσφύγων που πέρασαν, κάποιες εκ των οποίων ενσωματώθηκαν, αφήνοντας το χαρακτηριστικό αποτύπωμά τους στην πόλη.
Πρόσφυγες μετά την Επανάσταση του 1821
Η Λεμεσός υποδέχθηκε πρόσφυγες, μετά την ελληνική επανάσταση του 1821 και την εμπόλεμη κατάσταση, τις καταστροφές και τις σφαγές στα νησιά. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της μεγάλης σφαγής στη Χίο, το 1822, πολλές Χιώτισσες βρέθηκαν σκλάβες στα σπίτια των Τούρκων πασάδων σε ολόκληρη την επικράτεια.
Μία από αυτές, όπως διασώζει η παράδοση, ήταν και η ωραία Ελένη, η οποία φυλακίστηκε στο χαρέμι ενός μπέη στην Κύπρο. Όπως εξιστορεί ο εθνικός ποιητής της Κύπρου, Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημα «Η Χιώτισσα εν Λεμεσώ 1821», η νεαρή Χιώτισσα καθώς δεν ήθελε να αποδεχτεί τη σκλαβιά, μια μέρα κατάφερε να δραπετεύσει από την τουρκική αυλή και να βρεθεί στην εκκλησία της Αγίας Νάπας στη Λεμεσό, όπου μια Τουρκάλα αντιλήφθηκε την ομορφιά της και την ηλικία της και η Ελένη άρχισε να εξιστορεί τα δεινά της ζωής της.
Οι Εβραίοι επιχειρηματίες στη Λεμεσό
Άξια αναφοράς είναι η επιχειρηματική παρουσία Εβραίων στη Λεμεσό, η οποία καταδεικνύει ότι η σχέση των δύο κρατών έχει τις βάσεις της στο παρελθόν, αφού στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα η Κύπρος βρέθηκε στον δρόμο της εβραϊκής μετανάστευσης προς την Παλαιστίνη, όπου σημειώθηκαν προσπάθειες δημιουργίας αγροτικών εγκαταστάσεων στο νησί, που τότε βρισκόταν υπό βρετανική κυριαρχία. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία Εβραίων επιχειρηματιών κατά τη δεκαετία του 1930, οι οποίοι αποτελούσαν την οικονομική ελίτ της εβραϊκής κοινότητας της Παλαιστίνης και είχαν αναπτύξει πρωτοπόρες επιχειρήσεις στον γεωργικό και βιομηχανικό τομέα, προκειμένου να αξιοποιήσουν τους χαμηλούς δασμούς στην εισαγωγή προϊόντων που ίσχυαν από το 1932 στη βρετανική αυτοκρατορία και από τους οποίους εξαιρείτο η βρετανική εντολή στην Παλαιστίνη.
Ιδιαίτερη σχέση με την Κύπρο, και τη Λεμεσό, έχει άλλωστε ο νυν πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρζογκ. Όπως ανέλυσε στον Φ» η ιστορικός Δρ Ευαγγελία Ματθοπούλου , ο παππούς του προέδρου, επιτυχημένος επιχειρηματίας, Simcha Ambache, ήταν ιδρυτής και πρόεδρος εταιρειών στην Κύπρο από το 1933, μεταξύ των οποίων και της πρωτοποριακής Κυπρο-Παλαιστινιακής Εταιρείας Φυτειών στο Φασούρι.
Για την παρουσία των Εβραίων στη Λεμεσό, η ιστορικός εξιστορεί, μεταξύ άλλων, ότι: «Εβραίοι επενδυτές από την Παλαιστίνη προέβησαν στην αγορά μεγάλης έκτασης γης στο Φασούρι, ιδρύοντας την πρώτη μετοχική εταιρεία εβραϊκών συμφερόντων στο νησί, την Κυπρο-Παλαιστινιακή Εταιρεία Φυτειών (Cyprus-Palestine Plantations Company Ltd, στο εξής CPP). Το Φασούρι, μια έκταση 3.034 κυπριακών στρεμμάτων, αγοράστηκε από τη CPP το 1933 έναντι £1.200 από την αγγλική εταιρεία Boyle Son & Company και αναπτύχθηκε στα πρότυπα της ελώδους κοιλάδας Jezreel στη Γαλιλαία. Λειτούργησε ως πρότυπο επιχείρησης στην εσπεριδοκαλλιέργεια, ενώ μια από τις σημαντικότερες της συμβολές ήταν η αξιοποίηση μιας τεράστιας ακαλλιέργητης και αφιλόξενης περιοχής, η οποία μαστιζόταν από την ελονοσία, καθώς και η εισαγωγή της έννοιας των εμπορευματικών εξαγωγικών καλλιεργειών».
Μαλτέζοι και Αρμένιοι
Λιγότερο γνωστή είναι η παρουσία των Μαλτέζων στην Κύπρο, οι οποίοι βρέθηκαν ως εργατικό δυναμικό στη Λεμεσό και ειδικότερα στην περιοχή των Βρετανικών Βάσεων στα μέσα του 20ου αιώνα. Υπολογίζεται ότι γύρω στις 10.000-20000 Μαλτέζοι εργάτες πέρασαν από την Κύπρο, χωρίς να ενσωματωθούν στην κοινότητα, καθώς παρέμεναν στο νησί για ένα χρονικό διάστημα και αποχωρούσαν.
Από την άλλη, οι Αρμένιοι της Κύπρου είναι μια δομημένη κοινότητα με μακρά ιστορία, ενώ η παρουσία τους έχει εμπλουτίσει το νησί με αρκετούς τρόπους, αποτελώντας αναγνωρισμένη μειονότητα με τη δική της γλώσσα, σχολεία, εκκλησίες, κοιμητήρια, μνημεία, μέσα ενημέρωσης, κοινωνικούς φορείς, έθιμα, παραδόσεις και πολιτιστική ζωή. Σήμερα, η σχετικά μικρή αρμενοκυπριακή κοινότητα αποτελείται ουσιαστικά από απογόνους των επιζώντων της γενοκτονίας, ωστόσο η παρουσία των Αρμενίων στον τόπο μας ανάγεται από πολύ πιο πριν, και ειδικότερα από το 578 μ.Χ., κατά τη βυζαντινή περίοδο, οπότε δημιουργήθηκαν χωριά, όπως το Αρμενοχώρι στη Λεμεσό. Ο γνωστός Άγγλος ιστορικός, Τζέφρι Τζορτς γράφει χαρακτηριστικά: «Το Αρμενοχώρι, με μια εκκλησία αφιερωμένη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, ήταν προφανώς στο παρελθόν ένας από τους πολυπληθείς αρμενικούς συνοικισμούς του νησιού (G. Jeffery, A Description of the Historic Monuments of Cyprus, σ. 354)». Επίσης, ο Τζορτζ Χιλ ανάφερε πως πολύ νωρίς, από τον 6ο αιώνα μ.Χ., αρκετοί αιχμάλωτοι από τη Μεγάλη Αρμενία κατανεμήθηκαν στα χωριά της Κύπρου (George Hill, A History of Cyprus, Ι, σ. 281).
Ο αριθμός των Αρμενίων στην Κύπρο αυξήθηκε σημαντικά μετά τις μαζικές απελάσεις, τις τρομερές σφαγές και τη γενοκτονία που διέπραξαν οι Οθωμανοί και οι Νεότουρκοι (1894-1896, 1909 & 1915-1923). Εργατικοί και φιλοπρόοδοι έφεραν νέα πνοή στην παλιά κοινότητα και δεν άργησαν να ορθοποδήσουν και να καθιερωθούν ως άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, ως ικανοί επιχειρηματίες και δεινοί έμποροι, αξεπέραστοι τεχνίτες και φωτογράφοι, καθώς και πρωτοπόροι επαγγελματίες που εισήγαγαν νέες τέχνες, εδέσματα και γλυκά στο νησί, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στην κοινωνικοοικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της Κύπρου.
Ίδρυσαν συλλόγους, χορωδίες, αθλητικές ομάδες, προσκοπικά συστήματα, φιλαρμονικές, εκκλησίες, σχολεία και κοιμητήρια, ενώ πρωτοεισήγαγαν τον αρμενικό παστουρμά, τον γύρο, τις κούπες, τα λαχματζιούν, τους λοκμάδες, τον μπακλαβά και τον χαλβά στην κυπριακή κουζίνα. Τις τελευταίες δεκαετίες ο αριθμός των Αρμενίων της Κύπρου έχει μειωθεί λόγω μεταναστεύσεων σε άλλες χώρες και λόγω της ενσωμάτωσης στην ευρύτερη κυπριακή κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των μεικτών γάμων.
Μικρασιάτες πρόσφυγες
Αρκετοί ήταν και οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, που έφθασαν στην Κύπρο εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής, ενός βάρβαρου εγκλήματος στην παγκόσμια ιστορία του 20ού αιώνα, που σηματοδότησε τη βίαιη εκρίζωση της μακραίωνης, αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνισμού σε όλη τη Μικρά Ασία, μερικοί εκ των οποίων εγκαταστάθηκαν στη Λεμεσό. Σύμφωνα με στοιχεία της βρετανικής διοίκησης, από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1922, τουλάχιστον 2400 πρόσφυγες προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία έφθασαν στην Κύπρο, με το μεγαλύτερο κύμα προσφύγων να το δέχεται η Λάρνακα. Όσον αφορά στην κοινωνική τους προέλευση, οι περισσότεροι ήταν λαϊκής καταγωγής, ενώ πολύ λιγότεροι ήταν οι πλούσιοι και επιφανείς.
Οι πρόσφυγες παρουσιάζονται από όλες τις εβδομαδιαίες τοπικές εφημερίδες της εποχής σε αξιοθρήνητη κατάσταση, κυρίως ψυχολογικά: «Οι πλείστοι εκ τούτων ευρίσκονται εις ελεεινήν κατάστασιν, ημίγυμνοι, με γυμνά πόδια και εις κατάστασιν τρόμου εκ των φρικωδών πικρών αναμνήσεων» (Κυπριακός Φύλαξ Λάρνακας, 7.9.1922). «Μητέρες με τα μάτια των γεμάτα δάκρυα έσφιγγαν εις τας αγκάλας των τα βρέφη των, […] άλλαι με το πρόσωπον στυγνόν ητένιζον τον κόσμον με ένα βλέμμα απλανές και απολιθωμένον» («Σάλπιγξ» Λεμεσού, Νοέμβριος 1922).
Οι Έλληνες της Αιγύπτου
Η πολιτικοοικονομική κατάσταση που επικρατούσε στην Αίγυπτο στα μέσα του 20ού αιώνα οδήγησε πολλούς Έλληνες Αιγυπτιώτες να μεταναστεύσουν. Μοιραίο έτος για την διάλυση της ελληνικής παροικίας υπήρξε το 1952, όπου επεβλήθη η επανάσταση Νάσερ, με βασικό σύνθημα «Η Αίγυπτος ανήκει στους Αιγυπτίους». Οι εθνικοποιήσεις υποχρέωσαν τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο. Από το σημείο αυτό αρχίζει και η φθίνουσα πορεία της ακμαίας ελληνικής παροικίας του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας, την οποία ο Γιώργος Σεφέρης, το 1939 αποκάλεσε ως « μεγάλη μητρόπολη του Ελληνισμού».
Πολλοί από τους Αιγυπτιώτες, όπως ο λογοτέχνης Γιώργος Πιερίδης, ήρθαν στην Κύπρο, η οποία εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν «βυθισμένη» στην Παλμεροκρατία.
Έγραψε χαρακτηριστικά ο λογοτέχνης, συνοψίζοντας το δράμα των «Αιγυπτιωτών», οι οποίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την άξενη –πια– πατρίδα τους: «Πήρα λοιπόν την απόφαση να πάω στην Κύπρο, το νησί μου, που το γνώριζα και τ’ αγαπούσα από τα παιδικά μου χρόνια. Έφυγα από την Αίγυπτο το 1946, με σφιγμένη την καρδιά. Πήρα το βαπόρι της γραμμής στο λιμάνι του Πορτ Σάιτ. Κι όταν το πλοίο βγήκε στ’ ανοιχτά, έμεινα, ώρα πολλή, στην πρύμνη να κοιτάω τα χαμηλά ακρογιάλια ν’ αλαργεύουν, ώσπου χάθηκα. Και τότε με πήρε ένα κλάμα βουβό, χωρίς δάκρυα. Δεν ήμουνα σίγουρος αν ξεκινούσα να πάω στον τόπο μου ή αν άφηνα τον τόπο μου». Πολλοί Αιγυπτιώτες ζουν σήμερα ανάμεσα μας. Ήρθαν στην Κύπρο τα δύσκολα και σκληρά εκείνα χρόνια, έφεραν μαζί τους τον «κόσμο» τους, τη λαλιά τους, δούλεψαν σκληρά και δημιούργησαν μαζί μας.
Ενσωμάτωση μεταναστών και προσφύγων
Αφού κατά τη διάρκεια τη δεκαετία του 1950, η πόλη της Λεμεσού δέχθηκε και ενσωμάτωσε τους Κύπριους της υπαίθρου και ειδικότερα της ορεινής Λεμεσού και Πάφου, λόγω της αστικοποίησης και των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν, ακολούθως το 1974 έμελλε να δεχθεί τους πρόσφυγες της τουρκικής εισβολής, που εκδιώχθηκαν βίαια από το βόρειο μέρος του νησιού. Οι χιλιάδες πρόσφυγες που κατάφεραν, όχι μόνο να ενσωματωθούν στην πόλη, αλλά και πολλοί από αυτούς να μεγαλουργήσουν, διατήρησαν στην καρδιά τους άσβηστο τον πόθο της επιστροφής στα κατεχόμενα από τους Τούρκους εδάφη τους.
Στη συνέχεια η Λεμεσός υποδέχθηκε τους πρόσφυγες της Μέσης Ανατολής, που αναζήτησαν στην πόλη τον τόπο για σωτηρία και ένα καλύτερο αύριο. Μετά τους πρόσφυγες που έφθασαν στον νησί λόγω του εμφυλίου πολέμου και της εισβολής του Ισραήλ στον Λίβανο τη δεκαετία του 1980, ακολούθησε η ροή προσφύγων από τη Συρία, μετά το 2013 και την εμπόλεμη εμφύλια κατάσταση που επικρατεί στη χώρα.
Ευρωμεσογειακή Πρωτεύουσα Διαπολιτισμικού Διαλόγου
Σήμερα, η Λεμεσός παρουσιάζει τον χαρακτήρα μιας πολυπολιτισμικής πόλης, η οποία έχει καταφέρει να ενσωματώσει στους κόλπους της οργανωμένες κοινότητες, όπως αυτές των Ρώσων και των Πολωνών, πληθώρα ξένων εργαζομένων που δραστηριοποιούνται σε χρηματοοικονομικές και όχι μόνο υπηρεσίες, εργάτες από την Ασία, αλλά και τους πρόσφυγες της Μέσης Ανατολής.
Στο πλαίσιο ενσωμάτωσης των ξένων στην πόλη, ο Δήμος Λεμεσού το 2017 δημιούργησε ένα συμβουλευτικό σώμα, το οποίο αποτελείται από Κύπριους πολίτες και μετανάστες που διαμένουν στην πόλη, υιοθετώντας τις καλές πρακτικές του προγράμματος «Διαπολιτισμικές πόλεις» του Συμβουλίου της Ευρώπης, με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το «Διαπολιτισμικό Συμβούλιο Λεμεσού» έχει ως στόχο να συμβουλεύει και να ενημερώνει τις τοπικές Αρχές για θέματα που αφορούν την ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία, καθώς και να ενθαρρύνει τη συμμετοχή τους στη δημόσια ζωή της πόλης.
Τον περασμένο Νοέμβριο ο δήμαρχος Λεμεσού, Νίκος Νικολαϊδης, εξέφρασε τη δέσμευση της πόλης να συνεχίσει να αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα διαπολιτισμικής πόλης, στη διαδικτυακή απονομή του τίτλου της πρώτης «Ευρωμεσογειακής Πρωτεύουσας Διαπολιτισμικού Διαλόγου», αφού η Λεμεσός μοιράστηκε μαζί με την πόλη Μόσταρ της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης τον τίτλο «EuroMed Capital for Dialogue», μια πρωτοβουλία του ιδρύματος Anna Lindh Foundation.
Υποστήριξε ακόμη ότι στη Λεμεσό η πολιτιστική διαφορετικότητα των κατοίκων αναγνωρίζεται ως πλεονέκτημα αντί ως ένα αρνητικό δεδομένο και παρά το γεγονός ότι οι διαπολιτισμικές δραστηριότητες έχουν βαθιά ρίζα τους στην κοινωνία της πόλης, η συνέχιση και περαιτέρω ανάπτυξη τους αποτελεί μια από τις προτεραιότητες των τελευταίων χρόνων.
Philenews













